Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2016

«Δεν χρειάζεται να συμπαθείτε το παιδί μου,
αλλά πρέπει να το σέβεστε…»

Μπορεί να σας φανεί παρατραβηγμένο, 
αλλά υπάρχει λόγος που τα λέω όλα αυτά.
.
Όλοι μας έχουμε παιδιά στις ζωές μας με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο. 
Όμως σας προκαλώ να δείξετε και να διδάξετε στα παιδιά σας ή στα παιδιά που βρίσκονται στην ζωή σας, την ιστορία του παιδιού μου.
Το να ξέρεις το παρελθόν του παιδιού μου ίσως να άλλαζε τα πράγματα. Ακόμη και τα καλύτερα παιδιά έχουν στιγμές ανασφάλειας και αδυναμίας.
Το να διδάξεις σε κάποιον κάτι είναι θετικό. 
Μερικές φορές βοηθά ακόμη και στην ανάπτυξη των παιδιών που έχεις απέναντί σου. Απλά μερικές φορές όλοι μας χρειαζόμαστε μια υπενθύμιση επειδή όλοι μπορεί να έχουμε τις δυσκολίες μας.
Το παιδί μου γεννήθηκε πρόωρο στις 26 εβδομάδες. Πέρασε τους 3 πρώτους μήνες της ζωής του παλεύοντας για την ζωή του με μεταγγίσεις αίματος και παροχή οξυγόνου. 
Δεν μπορούσε να μιλήσει μέχρι 3 ετών. Ακόμη και να περπατήσει άργησε. Δεν είχε βγάλει τα πρώτα του δοντάκια μέχρι τα πρώτα του γενέθλια.
Σε όλες τις φάσεις τις ζωής του βρισκόταν πίσω από τα άλλα παιδάκια. Όμως μας έδειχνε και μας δείχνει την αγάπη του όπως και εμείς.
Το χαμόγελό του σου δίνει ελπίδα να προχωρήσεις. Σε όλους δείχνει την αγάπη του μέχρι και σε αυτούς που τον βασάνισαν.
Όμως συγχωρεί. 
Συγχωρεί ειλικρινά και ξεχνάει επίσης.

Δεν έχει κάτι αρνητικό στο σώμα του, απλά είναι λίγο πιο μικροκαμωμένος. 
Δεν φταίει εκείνος που δεν μπορεί να ελέγξει την ποσότητα φαγητού που τρώει. 
Δεν μπορεί ούτε να συγχρονίσει τα χέρια του και το βλέμμα του. 
Τα σιδεράκια που φοράει είναι για να διορθώσουν τα δόντια του και το σαγόνι του που δεν είναι πλήρως ανεπτυγμένο.
Για αυτό μασά αργά το φαγητό πλέον.
Κλωτσάτε την καρέκλα του, τον λέτε χαζό, άσχημο και «χαζοσιδεράκια». 
Το να του λέτε να σταματήσει να μιλάει και να καθίσει κάτω δεν είναι λύση. 
Δεν είστε υποχρεωμένοι να τον συμπαθείτε αλλά είστε υποχρεωμένοι να τον σέβεστε.
Είναι πολεμιστής και θα συνεχίσει να πολεμάει σε όλη του την ζωή. 
Σας παρακαλώ μοιραστείτε την ιστορία του, διδάξτε την και ωριμάστε. 
Το πιο σημαντικό από όλα είναι να σέβεστε τους ανθρώπους γύρω σας, επειδή πολύ απλά δεν ξέρετε τι μπορεί να έχουν περάσει….

Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2016

Μια φορά ήταν μια μάνα που δεν αγαπούσε το παιδί της.

Μια φορά κι ένα καιρό, ήταν μια μάνα 
που δεν αγαπούσε το παιδί της.

Της Μαρίας Χαρίτου

Για τα πάντα το μάλωνε, συνέχεια το αποδοκίμαζε, μόνιμα το μείωνε. 
Αυτό το παιδί δεν είχε ακούσει ποτέ φράσεις όπως «με κάνεις περήφανη», λέξεις όπως «σ’ αγαπώ», δεν είχε νιώσει ποτέ ένα χάδι, τη μαγική- στοργική αγκαλιά, που είναι το καταφύγιο του κάθε τρομαγμένου- πληγωμένου παιδιού.
Μια φορά κι ένα καιρό, ήταν μια μάνα που δεν αγαπούσε το παιδί της. 
Επιτακτική, βυθισμένη στη λύπη της. Με μοναδικό χόμπι να ελέγχει ζωές και να αποφασίζει για τα πάντα. Μια μάνα που απαιτούσε τη συγνώμη, ακόμα κι όταν έφταιγε.

Μια φορά, ήταν μια μάνα που μεγάλωσε ένα παιδί θλιμμένο. 
Που αποζητούσε μανιασμένο την αγάπη. Που δινόταν. Που χαριζόταν ολάκερο στον κάθε άνθρωπο που νόμιζε ότι του προσέφερε το παραμικρό από τα στερημένα του συναισθήματα.
Από εκείνα που δικαιούνταν, εκείνα που του στέρησε η ζωή.

Μια φορά ήταν μια μάνα που δεν αγαπούσε το παιδί της. 
Κι αυτό το παιδί μεγάλωσε. Και στον απολογισμό του, κατάλαβε την εξάρτηση που του είχε προκαλέσει η μάνα του. Εκείνη τη μάνα που για μια ολόκληρη ζωή προσπαθούσε να κερδίσει.
Που προσπαθούσε να αποσπάσει μια θετική κουβέντα. Πίστευε πως η αποδοχή της θα γιάτρευε όλες του τις πληγές. Ότι θα ήταν λύτρωση. 
Μα δεν την κέρδισε ποτέ…. Γιατί αυτή η μάνα, συνέχιζε να το επικρίνει, συνέχισε να το μειώνει, γιατί τελικά μόνο αυτό ήξερε να κάνει…
Αυτό το παιδί προσπάθησε να σπάσει την αλυσίδα που λειτουργούσε σαν φαύλος κύκλος με τη σκληρή και αλύγιστη μάνα του. Προσπάθησε να πετάξει από πάνω του τις φοβίες, τα ενοχικά και την κοινωνιότροπη συμπεριφορά, που το είχε μάθει να ζει. Πάλεψε πολύ μέσα από ψυχοθεραπεία για να βελτιώσει τον εαυτό του. Για να αποδεχτεί ότι ο τρόπος που δρούσε ως τώρα είναι λάθος. Ότι είναι γεμάτο παιδόμορφες συμπεριφορές. 
Πέρασαν χρόνια για να μη το αγγίζουν οι φαρμακερές κουβέντες που του έλεγε η μάνα του. Ήταν άπειρες οι μέρες που μουρμούραγε από μέσα του «μη δίνεις σημασία, μην αντιδράσεις, μη στενοχωριέσαι, δεν ισχύει τίποτα από αυτά», την ώρα που το έβριζε και το μείωνε.
Ώσπου τελικά, την έβγαλε από πάνω του σα μπλουζάκι. 
Και το ως τώρα παιδί, έφυγε μακριά της. Την ξέγραψε. Γιατί όπως φαίνεται το αίμα γίνεται νερό. Γιατί τελικά διαλέγουμε το συγγενή, όπως και το φίλο.
Στην αρχή η μάνα ένιωσε ότι ησύχασε, ότι δεν έχασε δα και κανένα σημαντικό πρόσωπο… Και ο καιρός περνούσε και από τον εγωισμό της έριχνε ευθύνες στο παιδί της, για το πόσο κακό ήταν που τη ξέγραψε. 
Έλεγε σε όλο τον κόσμο για το πόσες θυσίες είχε κάνει για να το μεγαλώσει κι εκείνο άπονα στο τέλος τη παράτησε. 
«Κάνε παιδιά να δεις καλό», έλεγε… « βασανίζεσαι να τα μεγαλώσεις και εκείνα σε παρατάνε»… 
Εκθείαζε τον εαυτό της χωρίς να αναγνωρίζει καμία ευθύνη για το πόσο πόνο είχε προκαλέσει σε αυτό το παιδί αν τα χρόνια. Και ο καιρός περνούσε κι άλλο… ώσπου η μοναξιά της την τρόμαζε. Έφτασε η μέρα που μετάνιωσε για τον τρόπο που του φέρθηκε. Για τα λόγια που ξεστόμισε.
Το παιδί της έκανε οικογένεια, έκανε παιδιά. Βρήκε ένα σύντροφο που του χάρισε όλα όσα στερήθηκε και ήταν ευτυχισμένο. 
Η μάνα του, ήταν το μεγαλύτερο σχολείο για εκείνο. Το δίδαξε το πώς να ΜΗ μεγαλώσει τα παιδιά του.
Η μάνα, κατέληξε μόνη. Δεν ένιωσε ποτέ τη χαρά να μεγαλώσει κοντά στα εγγόνια της. Κοντά σε μια οικογένεια.
Συνέχισε να ασχολείται και να ελέγχει τις ζωές των άλλων, γιατί μέσα από αυτό ένιωθε δυνατή. 

Ασχολούνταν με οτιδήποτε άλλο, προκειμένου να μην αντικρίζει τη δική της αλήθεια. Γέμιζε τη ζωή της με κουτσομπολιά και κοίταζε πάντα γύρω της με καχυποψία και πονηριά, νομίζοντας ότι όλοι θέλουν να της κάνουν κακό. 
Δεν πλησίασε ποτέ το παιδί της. Πίστευε ότι έπρεπε να το κάνει εκείνο. 
Ώσπου μια μέρα, βυθίστηκε στη μελαγχολία και τη δυστυχία της…

Μια φορά κι ένα καιρό, ήταν μια μάνα που δεν αγαπούσε το παιδί της…

Θα είναι για πάντα η βασίλισσα μου!

Ένας φοιτητής κάθονταν στην καφετέρια της πανεπιστημιούπολης και μελετούσε, όταν πρόσεξε δύο ηλικιωμένους άνδρες να πλησιάζουν και να κάθονται σε ένα κοντινό του τραπέζι. 
Τότε ο ένας από τους ηλικιωμένους άρχισε να μιλά για τη σύζυγό του.
Όταν τελείωσε την φράση του, ρώτησε τον άλλο άντρα να του μιλήσει για την δική του γυναίκα.
Διαβάστε τη απάντηση του, όπως ακριβώς την μετέφερε ο φοιτητής.

Ήμουν 21 χρονών όταν την γνώρισα. Μόλις την είδα να μπαίνει στην αίθουσα το κατάλαβα. Δεν χρειάστηκε καν να ρωτήσω ποια είναι. Σκέφτηκα «αυτή είναι η γυναίκα μου»
Τα υπόλοιπα όλα είναι ιστορία.
Αυτή η γυναίκα ήταν το κάτι άλλο. Κάθε μέρα, έλειπα για 12 ώρες στη δουλειά και όταν γυρνούσα στο σπίτι υπήρχε πάντα φαγητό στο τραπέζι να με περιμένει. Όταν τα παιδιά έπεφταν για ύπνο, ήμασταν τόσο κουρασμένοι που πηγαίναμε κατευθείαν στο κρεβάτι και κρατιόμασταν αγκαλιασμένοι σφιχτά για λίγη ώρα, πριν κοιμηθούμε.
Ήταν από τις λίγες στιγμές της ημέρας που την ένιωθα τόσο κοντά μου, έστω και για τόσο λίγο. Αυτά τα λίγα λεπτά μου έδιναν τη δύναμη να συνεχίσω να δουλεύω για να εξασφαλίσω ένα καλύτερο μέλλον στα παιδιά μου. 
Της έλεγα ότι όσο ήταν αυτή εκεί να τη σφίγγω στην αγκαλιά μου, θα ήμουν για πάντα μια χαρά. Ήταν η βασίλισσα της ζωής μου.
Ήταν αυτή που με βοήθησε να γίνω ο άνθρωπος που είμαι σήμερα. Ευγενικός με τους ανθρώπους και καλός πατέρας. Μπορείς να ρωτήσεις τα παιδιά μου για αυτό.
Μερικοί άνθρωποι ξέρουν πως να το κάνουν αυτό. Κάποιοι άνθρωποι ξέρουν πως να σε κάνουν καλύτερο άνθρωπο.

Ήρθε κάποια μέρα όμως που αρρώστησε. Στην αρχή δεν ανησύχησα, άλλωστε όλοι κάποτε αρρωσταίνουμε. Αλλά οι γιατροί φαίνονταν να πιστεύουν ότι δεν ήταν κάτι απλό. Έμοιαζαν να ανησυχούν και όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια είχαν δίκιο.
Όταν μας είπαν τα άσχημα νέα, η γυναίκα μου με ρώτησε αν θα ήθελα να παντρευτώ κάποια άλλη όταν πεθάνει. Ανησυχούσε. Δεν ήθελε να μείνω μόνος μου και να στεναχωριέμαι. Αλλά δεν μπορούσα ούτε καν να με φανταστώ με άλλη. Μου φαίνονταν απίστευτο. 
Όταν της το είπα, γύρισε, με κοίταξε και μου είπε: 
«Αφού σε ξέρω καλά. Είσαι το είδος του ανθρώπου που χρειάζεται μια γυναίκα στο πλευρό του. Δεν θα μπορούσες ποτέ να είσαι χαρούμενος μόνος σου».
Το αρνήθηκα, ξανά και ξανά και ξανά…
Μετά από ένα χρόνο που πάλευε με τη αρρώστια της, όλα είχαν αλλάξει στο σπίτι. 

Δεν υπήρχε πια φαγητό στο τραπέζι όταν γυρνούσα σπίτι από τη δουλειά. Η γυναίκα μου περνούσε τη μέρα της στο κρεβάτι και με περίμενε να επιστρέψω το βράδυ για να την σηκώσω και να την μεταφέρω στο τραπέζι.
Κάθονταν στην καρέκλα και με κοίταζε με εκείνα τα μεγάλα πράσινα μάτια της την ώρα που μαγείρευα κάτι για να φάμε. Μου έδινε οδηγίες χαμογελαστή και με μάλωνε αν έκανα κάτι λάθος, αν έριχνα περισσότερο αλάτι από όσο έπρεπε.
Ήταν οι πιο όμορφες στιγμές της ημέρας μου! Απλά ήμασταν ευτυχισμένοι που μπορούσαμε να δούμε ο ένας τον άλλο.
Στις πολύ άσχημες ημέρες της, δεν μπορούσε να φάει μόνη της και έπρεπε να την ταΐσω. Δεν το ήθελε, έκλαιγε και ζητούσε συγνώμη.
Την μάλωνα. Αφού το ήξερε, ότι και να γίνει θα είμαι πάντα εκεί δίπλα της. Ήταν ο άνθρωπος μου και ήμουν ο άνθρωπος της. Μέχρι το τέλος.
Τα πράγματα σιγά σιγά όμως χειροτέρεψαν. Έφτασε η μέρα που δεν μπορούσε να κάνει τίποτα μόνη της ενώ έπρεπε να παίρνει τα φάρμακα της κάθε 4 ώρες.

Σταμάτησα από την δουλειά για να μπορώ να είμαι συνέχεια δίπλα της και να την φροντίζω. Όταν την τάιζα, την έβαζα να ξαπλώσει στο κρεβάτι, έπεφτα και εγώ δίπλα της και την έσφιγγα στην αγκαλιά μου. Όπως παλιά. Τότε, αυτή ήταν η πιο όμορφη στιγμή της ημέρας μου.
Υπήρξε μια μακρά σιωπή που κανείς από όλους όσους άκουγαν κρυφά τη διήγηση του άντρα, δεν τόλμησε να διακόψει. 
Ο ηλικιωμένος με κάποιο τρόπο βρήκε τη δύναμη να συνεχίσει…
Αλλά πόσα μπορεί να αντέξει το ανθρώπινο σώμα.
Χρειάστηκαν δυο ολόκληρα χρόνια για να μπορέσει η αρρώστια να λυγίσει την γυναίκα μου. Αλλά τελικά τα κατάφερε.
Το είχα δει να έρχεται. Το ίδιο και εκείνη. Ξέραμε και οι δυο μας ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να επανέλθει αλλά και πάλι. Ήταν σαν τη μια μέρα να την σφίγγω δυνατά στην αγκαλιά μου και την επόμενη να έχει φύγει.

Στην αρχή με σκότωσε αλλά σε λίγο καιρό κατάλαβα ότι είναι καλύτερα εκεί που βρίσκεται τώρα. Δεν χρειάζεται πια να παίρνει αυτά τα τρομακτικά φάρμακα και δεν χρειάζεται πια να τρώει τα άθλια φαγητά μου.
Εκείνη είναι καλύτερα. Εγώ όμως δεν ξέρω τι να κάνω χωρίς αυτή. Για παράδειγμα δεν ξέρω τι να κάνω τα πράγματα της, τα ρούχα της. Δεν μπορώ να τα πετάξω. Δεν θέλω να το κάνω. Όλα τα ρούχα της είναι ακόμα στην ντουλάπα και παντού υπάρχουν οι φωτογραφίες της. Η πλευρά της στο κρεβάτι είναι ακριβώς όπως την άφησε. Θέλω να πιστεύω ότι είναι ακόμα εδώ. Οι κόρες μου μου λένε να πουλήσω το σπίτι και να πάω σε ένα άλλο, αλλά πέρασα τη ζωή μου σε αυτό το σπίτι μαζί της. Είναι ακόμα το σπίτι μας, τουλάχιστον όσο ζω ακόμη σε αυτό.

Επικράτησε για μερικά λεπτά και πάλι σιωπή.
Ο φοιτητής δεν είχε ακούσει ποτέ κάποιον άνθρωπο να μιλάει για κάποιον άλλον με τόσο απόλυτο σεβασμό και θαυμασμό. Ήταν φανερό ότι πραγματικά αγαπούσε και λάτρευε τη γυναίκα του και αυτό δεν επρόκειτο να αλλάξει τόσο εύκολα.

Ο άλλος ηλικιωμένος έσπασε τη σιωπή: «Δεν μπορώ να φανταστώ πόσο δύσκολο πρέπει να σου ήταν να την φροντίζεις όλη μέρα. Να δίνεις τα πάντα για αυτή».
Ο φοιτητής ορκίστηκε ότι ήταν η πρώτη φορά που είδε τον ηλικιωμένο με την τραγική ιστορία να χαμογελάει πλατιά:
«Καθόλου δύσκολο. Ήταν προνόμιο μου να μπορώ να μπορώ να την φροντίσω για όσο το έκανα. Ήταν ο άνθρωπος της ζωής μου και θα το έκανα ξανά και ξανά αν χρειαζόταν. Ήταν και θα είναι για πάντα η βασίλισσα μου. Απλά μου λείπει τόσο η αγκαλιά της…»
daddy-cool

Ο κόσμος των εμβολίων και των αντι-εμβολιαστών
How To Argue With Anti-Vaxxers, According To Science

Όπως μπορεί να έχετε υπόψιν σας, ένα αρκετά επίκαιρο θέμα είναι αυτό του εμβολιασμού και το κίνημα κατά των εμβολίων ή όπως είναι γνωστό σε πολλούς “anti-vaccination movement”, οι υποστηρικτές του οποίου είναι γνωστοί και ως “anti-vaxxers”.

Με αφορμή ένα προηγούμενο άρθρο που ανέβηκε στη σελίδα [πηγή] είπα να δώσω περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το τι είναι τα εμβόλια, τι υποστηρίζουν οι αντι-εμβολιαστές και κατά ποσό αυτοί οι ισχυρισμοί υποστηρίζονται από επιστημονικές αποδείξεις. 
Καλωσορίσατε λοιπόν στη παιδική χαρά του επιστημονικού αλφαβητισμού και ελπίζω να περάσετε καλά.
Πρώτα ας δούμε συνοπτικά πώς αναπτύξαμε την τεχνολογία των εμβολίων:

429 π.Χ: Κάποιες από τις πρώτες αναφορές σχετικά με το θέμα τις ανοσίας έγιναν από τον Έλληνα ιστορικό Θουκυδίδη, ο οποίος παρατήρησε ότι όσοι επιβίωναν από την ευλογιά στην Αθήνα δεν νοσούσαν ξανά με την ίδια ασθένεια (όχι και κάτι το φοβερό, αλλά ο άνθρωπος είχε παρατηρητικότητα).

900 π.Χ: Οι Κινέζοι χρησιμοποιούν μια πρώιμη μορφή ανοσίας, η οποία ξεκίνησε κατά τον 10ο αιώνα και εφαρμόστηκε ιδιαίτερα ανάμεσα στον 14ο και 17ο αιώνα. Ο στόχος τους ήταν να προλάβουν την ανάπτυξη ευλογιάς εκθέτοντας υγιείς ανθρώπους σε ιστό μολυσμένο από την ασθένεια. Αυτό το πετύχαιναν είτε βάζοντας τον μολυσμένο ιστό κάτω από το δέρμα είτε βάζοντας τον εκάστοτε ασθενή να εισπνεύσει κονιορτοποιημένο μολυσμένο ιστό (μετάφραση: σνίφαραν μολυσμένο ιστό).

1796 μ.Χ: Ο Βρετανός γιατρός [Edward Jenner] έδωσε σε ένα οχτάχρονο αγόρι ένεση η οποία περιείχε κομμάτια από ιό της δαμαλίτιδας πιστεύοντας ότι με αυτόν τον τρόπο θα το προστάτευε από το να κολλήσει την ασθένεια και στη συνέχεια από το να την μεταδώσει σε άλλους. Το πείραμά του πέτυχε καθώς το αγόρι είχε πλέον ανοσία στον ιό και έτσι εμφανίστηκε το πρώτο εμβόλιο (στη σύγχρονή του μορφή). [πηγή]

1880 μ.Χ: Ο διακεκριμένος χημικός [Louis Pasteur] προχώρησε περισσότερο την τεχνική του Jenner παράγοντας στο εργαστήριο εξασθενημένες μορφές ιών και βακτηρίων τις οποίες χρησιμοποιούσε για να δώσει ανοσία στους ασθενείς (σε αντίθεση με τους πλήρως ζωντανούς που χρησιμοποιούσε ο Jenner και οι προγενέστεροι του). [πηγή ] [πηγή 2]

Με λίγα λόγια, η εν λόγω τεχνολογία στηρίζεται σε εκατοντάδες χρόνια πειραματισμών, λαθών και βελτιώσεων από πολλούς γνωστούς και δυστυχώς περισσότερους άγνωστους ερευνητές, τους οποίους πρέπει να ευγνωμονούμε καθώς αποτελούν το λόγο που έχουμε τα εργαλεία για να βελτιώσουμε την ποιότητα της υγείας και της ζωής μας εν γένει. Τώρα ας περάσουμε στο πιο τεχνικό κομμάτι, δηλαδή πώς ακριβώς λειτουργούν τα εμβόλια.
Κάθε μέρα, είτε το καταλαβαίνουμε είτε όχι, ερχόμαστε σε επαφή με δισεκατομμύρια μικροοργανισμούς, κάποιοι από τους οποίους μπορούν δυνητικά να μας αρρωστήσουν. Όσοι το ακούσατε αυτό και πανικοβληθήκατε αμέσως, χαλαρώστε. Όπως μας λέει και ο George Carlin δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας.
Οι παράγοντες που συμβάλλουν στο να αρρωστήσουμε είναι αχανείς οπότε απλά κρατάμε στο νου μας ότι κάποιοι από αυτούς τους παράγοντες είναι η ηλικία, το κάπνισμα, η έλλειψη ύπνου και ούτω καθεξής. 
Το ανθρώπινο σώμα, όσο εύθραυστο και αν νομίζουμε ότι είναι, στη πραγματικότητα αποτελεί ένα εξαιρετικό φρούριο. Έχει πολλά επίπεδα προστασίας για να εξασφαλίζει ότι δεν θα είναι εύκολο να προσβληθεί ο οργανισμός από κάποιον δυνητικά επικίνδυνο παθογόνο μικροοργανισμό. 
Ωστόσο κάποιοι μικροοργανισμοί καταφέρνουν και περνάνε από τα τείχη. Τι γίνεται μετά;
...............
Τα εμβόλια είναι ο τρόπος που χρησιμοποιούμε για να δώσουμε στον οργανισμό μας αυτήν τη μνήμη που προαναφέραμε χωρίς να χρειαστεί να τον εκθέσουμε στον ίδιο τον μικροοργανισμό.
..............
Πάμε να δούμε και τον αντίλογο.
«Το αν θα εμβολιάσω το παιδί μου είναι δική μου δουλειά! Δεν επηρεάζω κανένα!».
Το κίνημα κατά τον εμβολίων σαν «επίσημη ομάδα» είναι σύγχρονο, αλλά ο πόλεμος κατά της επιστημονικής προόδου ή για να είμαι πιο ακριβής ο πόλεμος ενάντια σε αυτό που δε μπορούσαν να καταλάβουν πολλοί άνθρωποι, υπήρχε ανέκαθεν. 
Για να σας δώσω ένα παράδειγμα, στην εποχή του ο Edward Jenner, ο οποίος όπως διαβάσατε πιο πριν είναι ο γιατρός που έφτιαξε πρακτικά το πρώτο εμβόλιο για τον ιό της δαμαλίτιδας, είχε το πρόβλημα ότι κάποιοι σύγχρονοί του πίστευαν πως το εμβόλιο θα τους μετέτρεπε σταδιακά σε αγελάδες. [πηγή]
..............
Αρχοντής Στάμος
Πηγή: ellinikahoaxes
ολόκληρο το άρθρο εδώ: antikleidi

Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Η Κυρά των Αμπελιών

Γιάννης Ρίτσος — Η Κυρά των Αμπελιών (ΑΘΗΝΑ, 1945-1947)

Στο ποίημα παρουσιάζονται όλες οι γωνιές της Ελλάδας μαζί με την ιστορία τους. 
Η Κυρά διασχίζει τον τόπο και τον χρόνο. 
Είναι η Παναγία, η Μπουμπουλίνα, η Περσεφόνη, η Μάνα 
και η περήφανη Αγωνίστρια.

Κι έτσι στητή και δυνατή καταμεσής στον κόσμο
κρατώντας στο ζερβί σου χέρι τη μεγάλη ζυγαριά και στο δεξί 

την άγια σπάθα
είσαι η ομορφιά κι η λεβεντιά κι είσαι η Ελλάδα.
--------------
«Ο Ρίτσος, κυρίως με τα μεγάλα ποιήματα "Ρωμιοσύνη" και "Η Κυρά των Αμπελιών", στρέφεται προς το ελληνικό τοπίο, που κοντά του έζησε τα φωτεινά διαλείμματα των παιδικών του χρόνων, αλλά τώρα με καινούργια προοπτική.
Το τοπίο συμμετέχει κι αυτό στην ιστορική αυτογνωσία του Έλληνα. Έχει επάνω του χαραγμένη την ιστορία της ρωμιοσύνης, είναι η ίδια η ρωμιοσύνη. 
Ο Ρίτσος προσπαθεί να μυηθεί και να μυήσει στο βαθύτερο νόημα που αποκτά ο ελληνικός χώρος και τη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, αλλά και σε όλο το εύρος της ελληνικής ιστορίας. [...] Ο Ρίτσος ερμηνεύοντας τη γένεση του Επιτάφιου τονίζει ότι “κάθε φορά που μια χώρα κινδυνεύει από εξωτερικό κίνδυνο, από τη δράση ξένων παραγόντων, από κατοχή, για να διατηρήσει τη φυσιογνωμία της, καταφεύγει σε αναγνωρίσιμες από όλο το λαό μορφές”. Είναι η περίπτωση που αιτιολογεί και την τωρινή επανασύνδεση με γνώριμες στο λαό μορφές.... »


Διαλησμάς Στ., 1981, Εισαγωγή στην ποίηση του Γιάννη Ρίτσου, Αθήνα: Επικαιρότητα, σελ. 35-42 
πηγή

Η πικρή αλήθεια για τον εθισμό με τα κινητά μας…

Στο βίντεο για το “These Systems Are Failing”, ανόητοι άνθρωποι, εθισμένοι στο κινητό δημοσιεύουν τις selfie τους, στέλνουν emojis, κυνηγάνε τον Pikachu ή σύρουν δεξιά ανθρώπινες αλληλεπιδράσεις και αγνοούν εντελώς την πραγματικότητα γύρω τους.
«Πριν από μερικά χρόνια είδα το βίντεο “Man” του Steve Cutts και ήταν εκπληκτικό και ανάρπαστο», ανέφερε ο Moby για το βίντεο σε μια δήλωση. 
«Έκανα μία έρευνα στο διαδίκτυο και βρήκα την ηλεκτρονική του διεύθυνση και ταπεινά του ζήτησα να κάνει ένα βίντεο για ‘μένα. Και είμαι τυχερός που συμφώνησε. Το βίντεο που έκανε για το “Are You Lost In The World Like Me?” είναι χωρίς αμφιβολία ένα από τα καλύτερα βίντεο που έχουν γίνει ποτέ για τραγούδι μου.»
Ο Cutts πρόσθεσε: «Για μένα το βίντεο είναι σχετικό με την αύξηση της εξάρτησής μας από την τεχνολογία και για την ανθρώπινη αλληλεπίδραση σήμερα ή μια κάποια έλλειψη που εστιάζει στον τρόπο που η τεχνολογία μας αλλάζει – Πώς έχουμε γίνει απευαισθητοποιημένοι.»
Δείτε το νέο βίντεο του Moby και την πικρή αλήθεια για τον εθισμό με τα κινητά μας…

Πηγή: Rolling Stone
Χωρίς αμφιβολία, ένα από τα καλύτερα βίντεο που έχουν γίνει ποτέ για τραγούδι του.
PROPAGANDA

Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2016

Νικηφόρος Βρεττάκος
Ένας στρατιώτης μουρμουρίζει στο αλβανικό μέτωπο
Μα ό,τι κι αν γίνει εμείς θα επιζήσουμε.
Άνθρωποι κατοικούν μες στο πνεύμα της Ελευθερίας

Ποιος θα μας φέρει λίγον ύπνο εδώ που βρισκόμαστε;
Θα μπορούσαμε τότες τουλάχιστο
να ιδούμε πως έρχεται τάχατε η μάνα μας
βαστάζοντας στη μασχάλη της ένα σεντόνι λουλακιασμένο
με μια ποδιά ζεστασιά και κατιφέδες από το σπίτι μας.
Ένα φθαρμένο μονόγραμμα στην άκρη του μαντιλιού:
ένας κόσμος χαμένος.
Τριγυρίζουμε πάνω στο χιόνι με τις χλαίνες κοκαλιασμένες.
Ποτέ δεν βγήκε ο ήλιος σωστός απ' τα υψώματα του Μοράβα,
ποτέ δεν έδυσε ο ήλιος αλάβωτος απ' τ' αρπάγια της Τρεμπεσίνας.
Τρεκλίζω στον άνεμο χωρίς άλλο ρούχο,
διπλωμένος με το ντουφέκι μου, παγωμένος και ασταθής.

(Σαν ήμουνα μικρός καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια
της πατρίδας μου
δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο).

Δε θα μου πήγαινε αυτή η προσβολή περασμένη υπό μάλης,
δε θα μου πήγαινε αυτό το ντουφέκι αν δεν ήσουν εσύ,
γλυκό χώμα που νιώθεις σαν άνθρωπος,
αν δεν ήτανε πίσω μας λίκνα και τάφοι που μουρμουρίζουν
αν δεν ήτανε άνθρωποι κι αν δεν ήταν βουνά με περήφανα
μέτωπα, κομμένα θαρρείς απ' το χέρι του θεού
να ταιριάζουν στον τόπο, στο φως και το πνεύμα του.

Η νύχτα μάς βελονιάζει τα κόκαλα μέσα στ' αμπριά·
εκεί μέσα
μεταφέραμε τα φιλικά μας πρόσωπα και τ' ασπαζόμαστε
μεταφέραμε το σπίτι και την εκκλησιά του χωριού μας
το κλουβί στο παράθυρο, τα μάτια των κοριτσιών,
το φράχτη του κήπου μας, όλα τα σύνορά μας,
την Παναγία με το γαρούφαλο, ασίκισσα,
που μας σκεπάζει τα πόδια πριν απ' το χιόνι,
που μας διπλώνει στη μπόλια* της πριν απ' το θάνατο.

Μα ό,τι κι αν γίνει εμείς θα επιζήσουμε.
Άνθρωποι κατοικούν μες στο πνεύμα της Ελευθερίας
αμέτρητοι,
Άνθρωποι όμορφοι μες στη θυσία τους, Άνθρωποι.
Ένας μεγάλος καταυλισμός είναι η έννοια της αρετής.
Το ότι πεθάναν, δεν σημαίνει πως έπαψαν να υπάρχουν εκεί,
με τις λύπες, τα δάκρυα και τις κουβέντες τους.
Ο ήλιος σας θα 'ναι ακριβά πληρωμένος.
Αν τυχόν δεν γυρίσω, ας είστε καλά,
σκεφτείτε για λίγο πόσο μου στοίχισε.

(Σαν ήμουνα μικρός καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια
της πατρίδας μου
δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο).


Από τα Τετράδια της Αμπάς

Ο «Λεβεντόγερος – Γεροέλληνας»

Το μεγαλειώδες παράδειγμα ενός «Λεβεντόγερου – Γεροέλληνα»!
Μας το παραδίδει ο γνωστός λογοτέχνης και Ακαδημαϊκός ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΥΡΙΒΗΛΗΣ (Σ. Σταματόπουλος) ο οποίος το 1960 εξεφώνησε στην Ακαδημία Αθηνών τον Πανηγυρικό Λόγο για το Έπος του 1940. 
Το «κορυφαίο» αυτό περιστατικό του το διηγήθηκε γνωστός του ιατρός του Ε.Ε.Σ. και είναι το επόμενο.
«…Είχε οργανωθή κατά τη διάρκεια του Αγώνα Υπηρεσία
Μεταγγίσεως Αίματος απ’ τονΕλληνικό Ερυθρό Σταυρό. Ο κόσμος έκανε κάθε μέρα ουρά, για να δώσει το αίμα του για τους τραυματίες μας. Ήταν εκεί νέοι, κοπέλες, γυναίκες, μαθητές, παιδιά που
περίμεναν τη σειρά τους. μια μέρα λοιπόν στη σειρά των αιμοδοτών που περίμεναν στεκόταν και ένα γεροντάκι.

– Εσύ, παππούλη, τι θέλεις εδώ; Του είπε ενοχλημένος ο γιατρός.
– Ήρθα κι εγώ, γιατρέ, να δώσω αίμα.
Ο γιατρός τον κοίταξε με απορία, αλλά και συγκίνηση. Ο γέρος παρεξήγησε το δισταγμό του και πρόσθεσε με πιο ζωηρή φωνή:
– Μη με βλέπεις έτσι γιατρέ! Είμαι γέρος, μα το αίμα μου είναι καθαρό και ακόμα ποτές δεν αρρώστησα. Είχα τρεις γιούς. Σκοτώθηκαν και οι τρεις εκεί επάνω. Χαλάλι τηςΠατρίδας! Όμως μου είπαν, πως οι δυο πήγαν από αιμορραγία. Λοιπόν είπα στη γυναίκα μου: θα ‘ναι κι άλλοι πατεράδες, που μπορεί να χάσουν τα παλληκάρια τους, γιατί δεν θα έχουν οι γιατροί αίμα να τους δώσουν. Να πάω να δώσω κι εγώ το δικό μου.
– Άιντε, πήγαινε, γέρο, μου είπε, κι ας είναι για την ψυχή των παιδιών μας. Κι εγώ σηκώθηκα και ήρθα»!

Ο ίδιος ο Μυριβήλης σχολιάζει: 
«Αυτά δεν είναι ιστορίες. Είναι Συναξάρια. Είναι βίοι Αγίων. Δεν είναι μόνον η αρετή της ανδρείας. Γιατί ανδρείους μπορεί να βγάζει κάθε πατρίδα. Αγίους μόνον η Ελλάδα».

«Έζησα το θαύμα»: Ο Ανθυπολοχαγός Οδυσσέας Ελύτης
στο Αλβανικό Μέτωπο

«Τι να έκανα εγώ, ένα χαλασμένο παιδί της Αθήνας. Με κόπο ανυπολόγιστο, κατάφερα να είμαι απλώς συνεπής προς την αποστολή μου. Αλλά είδα στο πρόσωπο των στρατιωτών μου τη λάμψη που είναι ικανός ο Ελληνισμός ν' αναδύσει όταν πιστεύει στο δίκιο του. Και γνώρισα από πολύ κοντά την αψηφισιά του θανάτου, την ακατάβλητη θέληση της ζωής που έγινε τελικά και δική μου.» 
«έζησα το θαύμα»


«Δεν απέμενε παρά να κρατήσω τον όρκο μου και να δώσω υπόσταση στον Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας, αυτόν που είχε δοκιμαστεί σε όλα τα ανεβοκατεβάσματα της Ελληνικής Ιστορίας και που προχωρούσε ολοένα για να φτάσει μέσα και πέρα από το θάνατο.»

«Από το άλλο μέρος, έγινε αιτία ο πόλεμος να συνειδητοποιήσω
τι είναι ο αγώνας, ο ομαδικός πλέον και όχι ο προσωπικός.
Θέλω να πω τι σημαίνει να μάχεσαι και συ.»

«Χωρίς την εμπειρία αυτή, πιστεύω δεν θα μου είχε ανοιχτεί ο δρόμος για το «Άξιον Εστί».»

περισσότερα εδώ

Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2016

Είναι μόλις 2,5 ετών... και με την ψυχούλα του γιορτάζει
την 28η Οκτωβρίου!

Χρόνια Πολλά και Ελεύθερα!
**********

«Αν ζήσουμε θα έχουμε να λέμε ιστορίες»....Ξεκινήσαμε για τριήμερο, ειρήνη έχουμε, «πάρτε κι ένα μπουφάν»!

Η κήρυξη του πολέμου, η πρώτη ημέρα, το κλίμα τότε...
Από τα «Τετράδια Ημερολογίου, του Γιώργου Θεοτοκά»

Της Ελένης Μπίστικα

«Κηφισιά, 28 Οκτωβρίου 1940. Ξυπνώ με τις καμπάνες που σημαίνουν την κήρυξη του πολέμου και τον πρώτο συναγερμό. Επιτέλους είμαστε μέσα! O ωραιότατος καιρός, οι καμπανοκρουσίες, κάποια κίνηση ιδιαίτερη, κάποια έξαψη που αισθάνουμαι αμέσως τριγύρω μου, στο σπίτι, στον δρόμο, στα άλλα σπίτια και στους κήπους, όλα αυτά προσδίδουν από την πρώτη στιγμή, στην ημέρα που αρχίζει, μια όψη εορτάσιμη, πανηγυρική. 
H πρώτη μου σκέψη είναι «Το μεσημέρι το αργότερο θα έρθουν τα αεροπλάνα να μας βομβαρδίσουν»». 

Γράφει στο Τετράδιο Ημερολογίου του ο Γιώργος Θεοτοκάς, και η πρώτη αυτή περιγραφή για το ξεκίνημα ενός πολέμου που θα άλλαζε τη μορφή του κόσμου, φαινομενικά εορταστική αλλά με μια διάχυτη ανησυχία μέσα του και γύρω του είναι ένα ακόμη δείγμα της ικανότητας του Θεοτοκά να λειτουργεί ως «βαρόμετρο της περιρρέουσας ατμόσφαιρας», όπως τον χαρακτηρίζει ο Μαρκ Μαζάουερ, καθηγητής της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια στον πρόλογο της εκδόσεως από το «βιβλιοπωλείο της ΕΣΤΙΑΣ».

Γιώργος Θεοτοκάς «Τετράδια Ημερολογίου, 1939-1953». 
Ηταν 35 ετών, δημοκράτης, δημοτικιστής, πολέμιος των δικτατορικών τάσεων τόσο στην πολιτική όσο και στις ιδέες, με ανοιχτό μυαλό, ο Γιώργος Θεοτοκάς σημείωνε στα τετράδιά του όσα έβλεπε κι όσα σκεπτόταν, έχοντας ως βάση την Αθήνα της εποχής του. 
Τα κείμενα αυτά, αυθόρμητα, με λεπτές κοινωνικές αναλύσεις και ευαισθησία δίνουν την ανθρώπινη αντιμετώπιση της ιστορίας του τόπου, ενώ εκείνη γράφεται.... 
Στη δική μας εποχή, όποιος δεν έχει προσωπικές αναμνήσεις ή κάποιους στο περιβάλλον του για να μιλά και να διηγείται τι έχει συμβεί, πώς ξεκίνησε ο ελληνοϊταλικός πόλεμος που έμελλε να γραφτεί στις χρυσές σελίδες της Ιστορίας ως έπος γενναιότητος και μάχης για την ελευθερία του ελληνικού λαού, μόνη καταφυγή η ανάγνωση τέτοιων αυθεντικών αφηγήσεων, όπως αυτή του Γιώργου Θεοτοκά, από τους εκλεκτούς εκπροσώπους της πνευματικής γενιάς του '30. 
Παραμονή της εθνικής εορτής βγαίνεις στο μπαλκόνι να βάλεις τη Σημαία, κοιτάς ολόγυρα, και αντιλαμβάνεσαι πως θα νιώθει μοναξιά η καημενούλα! Ακόμη και οι γείτονες που, μη έχοντας κοντάρι, την κρεμούσαν στα σίδερα του μπαλκονιού, τώρα σταμάτησαν «μην τους κοροϊδέψουν για «πατριώτες»»! Εκεί φτάσαμε και δεν είναι καθόλου υπερβολή. 
Ανοίγοντας την τηλεόραση στο κρατικό κανάλι για την πρωινή ειδησεογραφική εκπομπή, όλο το ενδιαφέρον εστιαζόταν στον καιρό, που θα το γυρίσει στο κρύο ξαφνικά, στους ανέμους που θα φτάσουν τα εννιά και δέκα μποφόρ και θα δυσκολέψουν την επιστροφή των εκδρομέων! «Εγώ θα πάω σε νησί και πώς θα γυρίσω από τη Σκιάθο τη Δευτέρα αν απαγορευθεί ο απόπλους των πλοίων;» ρωτά ένας μισοσοβαρά - μισοαστεία, «και εγώ θα πάω ορεινά, και αν δεν γυρίσω ποιος θα κάνει την εκπομπή;» συμπληρώνει ο άλλος. 

Συνάδελφοι καλοί και οι δύο, έχουν πιάσει τον σφυγμό της εποχής, ξέρουν ότι αυτή τη στιγμή όλοι ετοιμάζουν τον σάκο τους με τα χρειαζούμενα για το τριήμερο, «οι ερασιτέχνες ψαράδες να μην ξεμυτίσουν, πάρτε και κανένα μπουφάν, ίσως ρίξει και… νιφάδες», στο ίδιο πνεύμα και ο μετεωρολόγος.
«Στο λεωφορείο για την Αθήνα διαβάζω την εφημερίδα μου και ξεχνιούμαι. Απάθειά μου. Οι επιβάτες μιλούν για τον πόλεμο με πολλή ψυχραιμία και κάποτε με ευθυμία. Μετά τους Αμπελοκήπους, μπαίνοντας στην Αθήνα, αντικρύζω την πρώτη πολεμική εικόνα και αισθάνουμε την πρώτη συγκίνηση της ημέρας. Μια στρατιωτική μονάδα φεύγει από τα Παραπήγματα. 
Οι στρατιώτες είναι άοπλοι. Είναι πολύ νέοι και καλά ντυμένοι. Τραγουδούν, γελούν και παίζουν φάπες, κάνουν σαν παιδιά που ξεκινούν για μια ευχάριστη εκδρομή. Μες στο λεωφορείο μου μια γυναίκα ξαφνικά αρχίζει και κλαίει με λυγμούς, μια άλλη κλαίει κρυφά, στρέφει το πρόσωπό της προς τα έξω για να μην δουν».
Έχουμε επιστρέψει στον Γιώργο Θεοτοκά και στις σημειώσεις του στο ημερολόγιο. 
«Σιγά - σιγά η Αθήνα παίρνει το ύφος των μεγάλων εθνικών εορτών, κάτι που θυμίζει λ.χ. τα Εκατόχρονα της Ελληνικής Επανάστασης, αλλά πιο αυθόρμητα και πιο νεανικά. Καιρός θαυμάσιος, καταγάλανος ουρανός. Πλήθη νέων, με στολές της EOM ή με πολιτικά, έχουν χυθεί στους κεντρικούς δρόμους, με λάβαρα, σημαίες, δάφνες, μουσικές. Κρατούν εικόνες του βασιλιά, του Μεταξά, του καταδρομικού ΕΛΛΗ με την επιγραφή: «Δεν λησμονούμε». 
O κόσμος συμμετέχει σε αυτές τις εκδηλώσεις, χειροκροτεί, ζητωκραυγάζει. Είχα πολλά, πάρα πολλά χρόνια να δω τέτοιον ενθουσιασμό στην Αθήνα. Αισθάνεται κανείς ένα πάθος μες στον αέρα, έναν φανατισμό, μια λεβεντιά. Ξύπνησε το ελληνικό φιλότιμο, είναι κάτι ωραίο. Και μια τέλεια εθνική ενότητα. Είναι η πρώτη φορά στη ζωή μου που αισθάνουμαι τέτοιαν ομόνοια να βασιλεύει στον τόπο. 
Κανείς δεν σκέπτεται αυτή τη στιγμη ότι ο εχθρός είναι δέκα φορές ισχυρότερος, ότι ο θάνατος κρέμεται από πάνω μας μέσα σε αυτόν τον λαμπρό ουρανό. Αισθάνουμαι μια μεγάλη αγάπη για τον ελληνικό λαό, μια αγάπη γεμάτη αλληλεγγύη, στοργή και αντρική εκτίμηση. Είναι ένας όμορφος, λεβέντικος, ευγενικός και έξυπνος λαός...», 
αυτά γράφει την πρώτη ημέρα κήρυξης του πολέμου, σαν σήμερα 65 χρόνια πριν, ο Γιώργος Θεοτοκάς. Αυτός ο λαός είναι που πήγε στον πόλεμο τραγουδώντας, κέρδισε μάχες και νίκες, των νεκρών του τα οστά ακόμα ξασπρίζουν στον ήλιο στα χιονισμένα βουνά, και με τη γενναιότητά του άλλαξε την τροχιά του πολέμου υπέρ των συμμαχικών δυνάμεων.

Αυτός ο ίδιος ο λαός είμαστε εμείς, ξεκινήσαμε για τριήμερο, ειρήνη έχουμε, «πάρτε κι ένα μπουφάν»!

kathimerini

Οδυσσέας Ελύτης — «Το Μονόγραμμα»

Τα χρόνια της διαμονής του στο Παρίσι (1969 - 1971), ο Οδυσσέας Ελύτης συνθέτει «Το Μονόγραμμα», που έμελλε να περάσει στη συνείδηση των αναγνωστών ως ένα από τα ερωτικότερα ποιήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας.
Classic Paintings of Romeo and Juliet
Το βιβλίο θα τυπωθεί αρχικά (1971) στις Βρυξέλλες 
και τον αμέσως επόμενο χρόνο στην Ελλάδα (1972).
Στα 60 του χρόνια ο ποιητής θα δημιουργήσει έναν ερωτικό ύμνο γεμάτο νεανικότητα και πάθος, που κατορθώνει ν’ αποδώσει ακόμη και τις πιο λεπτές εκφάνσεις του ερωτικού συναισθήματος. 
Κινούμενος σε δύο βασικές θεματικές: 
α) στην ιδέα πως στο πρόσωπο της αγαπημένης του βρίσκει το απολύτως αναγκαίο συμπλήρωμα του εαυτού του, το άλλο του μισό, και 
β) στην αίσθηση πως ο κόσμος δεν είναι ακόμη έτοιμος να δεχτεί έναν έρωτα τέτοιας έντασης και αγνότητας, ο ποιητής μιλά στην εσώτατη προσδοκία κάθε ανθρώπου που επιθυμεί να βρει το ιδανικό του ταίρι για να ζήσει έναν έρωτα ανέλπιστα μοναδικό, έναν έρωτα πρωτόφαντο.

Ο τίτλος

Μονόγραμμα είναι ένα γράμμα ή ο συνδυασμός δύο ή περισσότερων γραμμάτων, συνήθως τα αρχικά ονόματος, για τη δημιουργία μιας σφραγίδας. 
Μπορούμε οπότε να σκεφτούμε το μονόγραμμα ως τα αρχικά του ονόματος της αγαπημένης του ποιητή ή το συνδυασμό των αρχικών γραμμάτων από τα ονόματά τους, σε μια σφραγίδα που φτιάχνει ο έρωτας, φέρνοντας του δύο αγαπημένους για πάντα μαζί.

Η υπόθεση του ποιήματος 

Ο Ελύτης δημιουργεί εδώ μια σύγχρονη ερωτική τραγωδία, με ελλειπτική όμως αποτύπωση του μύθου, ώστε ο κάθε αναγνώστης να μπορεί να βρει τις δικές του προεκτάσεις και να ταυτιστεί με ποικίλους τρόπους με το ερωτευμένο ζευγάρι. 
Τα βασικά σημεία, πάντως, είναι πως οι δύο ερωτευμένοι αντιμετωπίζουν μια σφοδρή εναντίωση στον έρωτά τους από τους άλλους ανθρώπους, σε σημείο που η κοπέλα, μη αντέχοντας προφανώς την κατακραυγή, αυτοκτονεί. 
Ο τρόπος που πεθαίνει η κοπέλα υπονοείται στο ποίημα με τη διακειμενική αναφορά στην Οφηλία, ενισχύοντας έτσι τη σύνδεση του ποιήματος με τις ερωτικές τραγωδίες, όπου το πρωταγωνιστικό ζευγάρι καλείται ν’ αντιμετωπίσει τις έντονες αντιρρήσεις της οικογένειας και του γενικότερου κοινωνικού περιβάλλοντος.
Ο ποιητής αφήνει ασαφή τα περισσότερα στοιχεία του μύθου, όπως για παράδειγμα το λόγο για τον οποίο ο έρωτάς τους δε γίνεται αποδεκτός, ώστε το ποίημα να είναι ανοιχτό σε ποικίλες ερμηνευτικές προσεγγίσεις. Εκείνο, άλλωστε, που κυρίως ενδιαφέρει τον ποιητή είναι η απόδοση της αγάπης, είναι ο θρήνος για την ιδανική αγάπη, για το μοναδικό αυτό έρωτα που όμοιός του δεν έχει βιωθεί ποτέ πριν.
Ό,τι επομένως προσδίδει στο ποίημα την απαιτούμενη τραγική διάσταση και φέρνει την εξιδανίκευση του ερωτικού συναισθήματος, είναι ο χαμός της αγαπημένης. Με το ποιητικό υποκείμενο να περνά στο θρήνο του από την άρνηση, όπου εμφανίζεται να βιώνει ως ευλογημένο παρόν τη συνύπαρξη με την αγαπημένη, μέχρι την τελική συνειδητοποίηση της μεγάλης απώλειας.
Ο πρόωρος θάνατος της αγαπημένης, λοιπόν, τερματίζει τον έρωτα αυτό που ξεπερνά τ’ ανθρώπινα μέτρα, προσδίδοντάς του όμως συνάμα τον αναγκαίο εξαγνισμό και διασώζοντάς τον από την αναπόφευκτη φθορά του χρόνου.
Το ποίημα, αν και είναι επί της ουσίας ένας θρηνητικός μονόλογος, κερδίζει σε δραματικότητα, καθώς ο ποιητής απευθύνει όλα του τα λόγια προς την αγαπημένη γυναίκα. 
Έτσι με τη χρήση του β΄ προσώπου, αλλά και με τη φράση «μ’ ακούς» που λειτουργεί ως επωδός, το ποίημα λαμβάνει το χαρακτήρα μιας ερωτικής εξομολόγησης, έστω κι αν δεν υπάρχει πια η δυνατότητα να λάβει απόκριση.

Θα πενθώ πάντα -μ’ ακούς; -για σένα,
μόνος, στον Παράδεισο

Ο ποιητής στην πρώτη αποστροφή του προς την αγαπημένη γυναίκα τη διαβεβαιώνει πως το πένθος του για εκείνη θα είναι παντοτινό. Μόνος του στον Παράδεισο θα πενθεί πάντα για εκείνη. 
Δεν υπάρχει πια για το ποιητικό υποκείμενο κανένα μέρος -ούτε καν ο παράδεισος- που να μπορεί να του προσφέρει ευτυχία ανάλογη μ’ αυτή που έζησε μαζί της. 
............
η συνέχεια εδώ: latistor

Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2016

Τι σημαίνει αγκυλωτός σταυρός για τους Έλληνες;
Για όσους "έλειπαν από το μάθημα" για την κατοχή

Για όσους “έλειπαν απο το σχολείο” την ημέρα που κάναμε μάθημα για την 28η Οκτωβρίου και την γερμανική κατοχή ένας δάσκαλος από το Κιλκίς, ο κ. Δημήτρης Νατσιός, μ΄ ένα κείμενό του αναλαμβάνει να εξηγήσει τι αντιπροσωπεύει στην πραγματικότητα ο αγκυλωτός σταυρός για την συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων..
Διαβάστε λοιπόν τι άφησαν πίσω τους οι Γερμανοί της Βέρμαχτ και των SS. (Εκτός από τους νοσταλγούς τους)
“Τον Οκτώβριο του 1944 οι Γερμανοί εγκαταλείπουν την Αθήνα, σπεύδουν να ξαναχωθούν τρομαγμένοι, ματωμένοι ως το λαιμό με αίμα ελληνικό, να ξανακρυφτούν στις μαύρες φωλιές τους 
Να δούμε τι αφήνουν πίσω τους...
  • Στην διάρκεια της γερμανικής κατοχής, που κράτησε σαράντα δύο μήνες, πέρασαν από τα γερμανικά εκτελεστικά αποσπάσματα και τουφεκίσθηκαν τριάντα οκτώ χιλιάδες εννιακόσιοι εξήντα Έλληνες (38.960)!
  • Σκοτώθηκαν από σφαίρες «αδέσποτες» και άλλα στρατιωτικής φύσεως «ατυχήματα» δώδεκα χιλιάδες εκατόν τρεις (12.103).
  • Σκοτώθηκαν σε μάχες εβδομήντα χιλιάδες (70.000).
  • Πέθαναν από πείνα σ' ολόκληρη την Ελλάδα περίπου εξακόσιες χιλιάδες, ιδίως νέοι! (600.000).
  • Πέθαναν προτού γεννηθούν, κατά τη γέννα ή αμέσως μετά τριακόσιες χιλιάδες παιδιά από την ασιτία και τις κακουχίες των μανάδων τους, δηλαδή μία ολόκληρη γενιά (300.000).
  • Θανατώθηκαν με τρόπο οικτρό σαράντα πέντε χιλιάδες Έλληνες στα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης 
Σαράντα πέντε χιλιάδες άνθρωποι, για τους οποίους δεν μίλησε κανείς ποτέ, αφού ήταν Έλληνες, δηλαδή όντα δευτέρας επιλογής (45.000).
  • Πέθαναν με τρόπο οικτρό επίσης εξήντα χιλιάδες Έλληνες, Εβραίοι το θρήσκευμα, για τους οποίους μίλησαν οι πάντες (60.000).
  • Φυλακίστηκαν στους σαράντα δύο μήνες κατοχής διακόσιες χιλιάδες Έλληνες, εκ των οποίων οι περισσότεροι πέθαναν στην φυλακή ή αμέσως μετά την απελευθέρωσή τους (200.000).
  • Προσβλήθηκαν από βαριές ασθένειες , έμειναν δια βίου ανίκανοι πάνω από ένα εκατομμύριο Έλληνες (1.000.000)!
  • Τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής άδειασαν όλες τις αποθήκες και στην τελευταία γωνιά της χώρας.
  • Άρπαξαν όλα τα δημητριακά, καπνό, σταφίδα, μπαμπάκι, λάδι, κάθε λογής τρόφιμα και αγαθά.
  • Κατέστρεψαν αγροτικά μηχανήματα και καλλιέργειες.
  • Άρπαξαν το 50% των μεγάλων ζώων, βόδια, γελάδια, άλογα, το 30% των μικρών, διέλυσαν την ελληνική κτηνοτροφία.
  • Κατέστρεψαν τις μεταλλευτικές εγκαταστάσεις, ανατίναξαν ορυχεία, αφάνισαν την βιομηχανία.
  • Κατέστρεψαν το 80% των σιδηροτροχιών.
  • Γκρέμισαν γέφυρες, ανατίναξαν σταθμούς και σήραγγες.
  • Από τις 220 ατμομηχανές των ελληνικών σιδηροδρόμων άφησαν πίσω τους φεύγοντας μόνο τις τριάντα τρεις (33).
  • Από τα τριακόσια δώδεκα (312) επιβατηγά βαγόνια "βούτηξαν" τα τριακόσια έξι! Άφησαν μόνο έξι (6)!
  • Από τα 4.544 φορτηγά βαγόνια των ελληνικών σιδηροδρόμων, άφησαν πίσω τους εξήντα τρία (63)!
  • Οι Γερμανοί κατακτητές πήραν τα 70% των ελληνικών παντός είδους αυτοκινήτων και κατέστρεψαν το οδικό δίκτυο της χώρας.
  • Οι Γερμανοί κατακτητές ισοπέδωσαν τελείως εκατό χιλιάδες σπίτια (100.000) και μισογκρέμισαν άλλες πενήντα χιλιάδες (50.000).
  • Κατέστρεψαν οι βάρβαροι Γερμαναράδες τις μεγαλύτερες λιμενικές εγκαταστάσεις της Ελλάδος, ακόμη και τη διώρυγα της Κορίνθου.
  • Άρπαξαν οι βάνδαλοι του Βερολίνου το 73% των πλοίων της εμπορικής και επιβατικής ναυτιλίας της χώρας 
Σύμφωνα με τις στατιστικές του ΟΗΕ, η Γερμανία είχε υποστεί σε σχέση με το ετήσιο εισόδημά της ζημιές από τον πόλεμο της τάξεως του 135% και η Ελλάδα της τάξεως του 170%.
Η κατεστραμμένη, δηλαδή, Γερμανία ήταν σε πολύ καλύτερη κατάσταση από την Ελλάδα μόλις τελείωσε ο πόλεμος.
Στην διάσκεψη των Παρισίων, που πραγματοποιήθηκε αμέσως μετά το τέλος του πολέμου, οι εκπρόσωποι των «νικητριών» χωρών υπολόγισαν και καθόρισαν το ύψος των ζημιών που προκάλεσαν τα χιτλερικά στρατεύματα κατοχής στην Ελλάδα σε δεκατέσσερα δισεκατομμύρια δολάρια, με αγοραστική αξία του 1938!
Αυτά δεν τα απεφάσισε κάποιο πρωτοδικείο Χαλκίδος, κάποιο κακουργοδικείο Λαρίσης, κάποιο λαϊκό δικαστήριο Γρεβενών, αλλά το ανώτατο διεθνές νομικό όργανο του κόσμου, η διάσκεψη των Παρισίων, ό,τι δηλαδή επισημότερο μπορούσε να υπάρξει.
Με βάση, άλλωστε τις αποφάσεις της διεθνούς διάσκεψης Παρισίων η Γερμανία εξόφλησε τις υποχρεώσεις της προς όλες τις χώρες που κατέστρεψε, πλην της Ελλάδος”.


Ακόμη:

  • Αποπειραθηκαν να κάψουν το σπίτι του παππού μου.
  • Λήστεψαν το σπίτι του πατέρα μου.
  • Τρομοκράτησαν τους γονείς μου.
  • Βασανισαν τον Θείο μου.
  • Σκότωσαν μέλη της οικογένειας.

Και το σημαντικότερο

Καπηλευτηκαν, Λάσπωσαν και εξευτέλισαν πολλές ιδέες και σύμβολα των ιερών μου προγόνων, μεταξύ αυτών και τους διασταυρούμενους Μαιάνδρους.

σχετικά: