content='IE=9; IE=8; IE=7; IE=EDGE; chrome=1' content='EmFzIeHFlQgPTxbMCmI95tNM8LI' content='Greece' content='S05o6Dly-TXYLfWLefBlWVa_b99Wt1aM4ca02T2eF9g' content='ZSUyq9bWXj0oJlq-0KujG7GngYziwbRFb64X3hn5rrg' content='520d1c62cdcb55ffb3234698d4b266a1f8b7c5e8' content='BAD79DD59F45A4C95EA40996623BCD1A' content='fb7da0c65145a8e480a6bbae047e5679' content='7 days' content='dd7239129fa6a293' To χαμομηλάκι : 2016/07/24

Κυριακή, 24 Ιουλίου 2016

Στον Πευκιά μου ή Το Πουκάμισο του Τεμπέλη

The cicada art print
«Θα σκάσουμε σήμερα, σαν τα τζιτζίκια», ακούγαμε τη μάνα μας να λέει
και χανόμασταν μες στον Πευκιά με μια γερή κλωστή στο χέρι,
απ’ το καλάθι της γιαγιάς το καλαμένιο,
μη βρούμε καμιά Ζίνα, κάτου απ’ της συκιάς τα πλατόφυλλα,
να τηνε γυρίσουμε ανάποδα,
να τηνε κάνουμε χρυσοπράσινο ελικόπτερο, να ζουζουνίζει
πάνω απ’ τα κεφάλια μας.

Αφήναμε τα τσίτινα φορέματα στην πέτρα
μη και κολλήσουν πάνω τους τα δάκρυα των πεύκων
και γυμνά, μ’ ένα βρακί μονάχα,
στολισμένα στα μαλλιά, τη μέση και τα χέρια με καραμελωτές γιρλάντες,
σαν άλλα νεραϊδόπουλα, κατάμαυρα απ’ τον ήλιο,
ψηλαφούσαμε με τα μάτια το χώμα και τις ρίζες
να βρούμε τα πουκάμισα των τεμπέληδων.

Μες σε σπιρτόκουτα, απ’ αυτά που ‘χε η μάνα μας δίπλα στη γκαζιέρα,
χωνιάζαμε τους θησαυρούς μας

Αφουγκραζότανε η μάνα τη σιωπηλή μας πείνα, έβαζε φωνή
και μάνι-μάνι μας μπούκωνε με προσφάι
-ψωμί, ντομάτα και τυράκι και αυγό βραστό σφιχτό,
απ’ αλανιάρα κότα -
και πάλι πίσω τρέχαμε με τη μπουκιά στο στόμα
τόπο να βρούμε να χτίσουμε φωλιές για τα  τσιρόπουλα,
με κλωναράκια και πούσια ξερά, πάνω στο χώμα,
με μιαν αθώα σιγουριά, πως σ’ αυτές και μόνο τις φωλιές
τη νύχτα τους περνάνε.

Όλη τη νύχτα ανακούκουρδα τζιτζικίζαμε,
σκασμένα από τη ζέστη,
και το πρωί μάς έβρισκε και μας μεγαλωμένα
με το σεντόνι τυλιγμένο στο λαιμό ή στα ποδάρια,
τσαλακωμένο απ’ τον ιδρώ κι από το στριφογύρισμα,
ίδιο με το πουκάμισο του τεμπέλη, που τ’ άφησε
μιας και παραμεγάλωσε και πια δε τον χωρούσε.

Τι κι αν μας έμαθαν πώς κλίνεται ο τέττιξ,
«ως τριτόκλιτον, ουρανικόληκτον, καταληκτικόν, μονόθεμον», 
τι κι αν μάθαμε ότι η χρυσόμυγα είναι «κολεόπτερον, ουδόλως επιβλαβές»,
τι κι αν το μυαλό γεμίσαμε με τα «περί των ουσιαστικών και τα περί εντόμων»,
τι κι αν μάθαμε ν’ απαξιώνουμε τα «αδειανά πουκάμισα»;

Μέσα σε κείνα τα κουτάκια, είν' η  Χρυσή μας Μύγα,
ακόμα ολοζώντανη,
με των ονείρων μας ιριδίζοντα τ’ ανεξίτηλα τα χρώματα,
είν’ ο τεμπέλης τζίτζικας π’ άφησε πίσω του το διάφανο πουκάμισο,
- όπως εμείς τα τσίτινα ρουχαλάκια πάνω στην πέτρα,
ή τ’ ολάσπρο σεντονάκι μας -,
που τελικά δεν σκάει – ποτέ δεν έσκασε- αλλά το ‘σκασε,
για να ‘βρει κάπου αλλού δροσιά,
από του Κυνός τα καύματα, που ξαποστέλνει ο Σείριος
καταμεσίς του Ιούλη.
Βασιλική Π. Δεδούση

Οι Άνθρωποι με το Δακρυσμένο Χαμόγελο
Μαθήματα ζωής για μας και τα παιδιά μας

Υπάρχει ένα χαμόγελο αλλιώτικο από τ’ άλλα. Είναι δειλό, συνεσταλμένο, ντροπαλό. Κρύβεται μέσα στις σκιές, σα να φοβάται πως το φως θ’ αποκαλύψει την αλήθεια του… ότι είναι ένα χαμόγελο δακρυσμένο.

Είναι το χαμόγελο του ανθρώπου που έχει πονέσει. 

Εκείνου που αγάπησε βαθιά και απόλυτα, που εμπιστεύτηκε και δόθηκε χωρίς αναστολές, κι όταν πληγώθηκε ο πόνος τον σημάδεψε. Κι όμως μπορεί ακόμα μέσα από τα δάκρυά του να χαμογελάει.
Αυτός ο άνθρωπος τον πόνο του δεν τον φοβήθηκε. Δεν του κρύφτηκε. Στάθηκε άφοβα απέναντί του και τον αντιμετώπισε, τον ένιωσε στα κατάβαθα του είναι του και τον έκανε κομμάτι του. Μα δεν του επέτρεψε να του στερήσει το χαμόγελο, μόνο που τώρα το χαμόγελο δακρύζει.
Αυτός ο άνθρωπος τον πόνο τον τραγούδησε, με τη φωνή να σπάει απ’ το λυγμό του. Τον χόρεψε σ’ ένα βαρύ ζεϊμπέκικο, με το κορμί στητό και τα χέρια απλωμένα στον ουρανό. Τον φυλάκισε σ’ ένα χαρτί με λόγια ανείπωτα και τον ζωγράφισε με τα χρώματα της ψυχής του.
Αυτός ο άνθρωπος έχει καρδιά αγνή, γεμάτη καλοσύνη και αγάπη, και δεν επέτρεψε στον πόνο να τον σκληρύνει. Δε δέχτηκε να μιζεριάσει. Δεν τον άφησε να του μαυρίσει την ψυχή. Δεν έπαψε ποτέ να χαμογελάει, κι ας δακρύζει, κι ας στάζει αίμα η καρδιά του, κι ας νιώθει ότι όλα γύρω του έγιναν συντρίμμια. Αυτός γονάτισε πάνω στα συντρίμμια της ζωής του κι έκλαψε για τη χαμένη του αγάπη, μέχρι που στέρεψαν τα δάκρυα και άδειασε. Κι ύστερα σηκώθηκε με γόνατα γραντζουνισμένα και καρδια κομματιασμένη, μάζεψε ό,τι απέμεινε και ξεκίνησε απ’ την αρχή.
Αυτός ο άνθρωπος αγάπησε βαθιά. Και δε φοβήθηκε να τσαλακώσει το εγώ του, να το θυσιάσει στο βωμό της αγάπης. 
Δε δίστασε ν΄ανοίξει την ψυχή του για να χαράξει ο άλλος πάνω της τ’ όνομά του. Δεν τον ένοιαξε που δεν υπήρχαν εγγυήσεις. Κι ας ήξερε ότι αν δοθεί ολοκληρωτικά μπορεί κάποτε να επιστραφεί σε κομμάτια. 
Με το κεφάλι ψηλά αντικρίζει τον κόσμο με το δακρυσμένο του χαμόγελο και λέει «Δεν πειράζει, άξιζε, για όσο…». Κι ύστερα κάνει αυτή την αγάπη φυλαχτό κι ανάμνηση και την κρύβει στο στήθος του βαθιά.
Είναι ιδιαίτερο αυτό το χαμόγελο το δακρυσμένο. Γιατί βγαίνει μέσα απ΄την ψυχή του. Γιατί αν το διακρίνεις και τον κοιτάξεις κατάματα, θα δεις πίσω απ’ τα δάκρυα την αλήθεια του. Μια ψυχή που δεν τη μαύρισε ο πόνος. Δε θα δεις πίκρα και κακία, μόνο ένα παράπονο κι ένα γιατί που έμεινε αναπάντητο.
Αυτός ο άνθρωπος δεν έπαψε να ελπίζει. Κι ας έχασε τα πάντα στο παιχνίδι της αγάπης. Κι ας πόνεσε, κι ας έκλαψε, κι ας έγινε κομμάτια. Θα σε κοιτάξει πάντα με χαμόγελο, κι ας είναι δακρυσμένο.
Δε θέλει να τον λυπηθείς, δεν το αντέχει. Δε θα μοιραστεί τον πόνο του, δε θα σου κλαφτεί, δε θα σου φορτωθεί. Έχει αξιοπρέπεια, δε θέλει οίκτο, θέλει σεβασμό. Σαν τον τυλίγει το σκοτάδι του απομονώνεται, πέφτει με φόρα μέσα στον πόνο του, βουλιάζει, αφήνεται στη θλίψη του, ξεσπάει. Μα σαν συνέλθει φοράει πάλι το δακρυσμένο του χαμόγελο και σ’ αντικρίζει κι αν το ρωτήσεις θα σου πει «Όλα καλά!».
Αυτόν τον άνθρωπο μην τον αφήσεις να σου φύγει. Κράτησέ τον κοντά σου, κάνε του μια ζεστή αγκαλιά και άπλωσε το χέρι να σκουπίσεις τα δάκρυά του. Αγάπησέ τον και θα δεις την αγάπη που κρύβει μέσα του να ανθίζει και το χαμόγελό του να γίνεται φωτεινό κι αστραφτερό. Κι αν κάπου δεις ακόμα κάποια δάκρυα, να ξέρεις δεν πειράζει. Είναι το τίμημα που πλήρωσε για να κρατήσει την ψυχή του καθαρή!
Και είναι ακριβώς αυτό που τον κάνει ξεχωριστό…αυτό το δακρυσμένο του χαμόγελο!

loveletters

«Ας αφήσουμε επιτέλους τα παιδιά μας, να είναι παιδιά!»

Θυμάστε καθόλου την ουσία της παιδικότητας
Τί είναι αυτό που κάνει ένα παιδί παιδί; Παιδική ηλικία είναι η θύμηση ενός απλωμένου κόσμου, τότε που υπήρχαν στιγμές γεμάτες, χωρίς χθες και αύριο, τότε που χανόταν ο χρόνος.
Το πρώτο πράγμα που μου έρχεται στο νου όταν προσπαθώ να θυμηθώ την παιδική ηλικία είναι παιχνίδι χωρίς κανόνες, χωρίς ρολόι, χωρίς εμφανή στόχο και σκοπό, μια μέρα που δεν ξέρεις που θα σε βγάλει, που έχει την γοητεία να κατευθύνεται όπου θέλεις εσύ κάθε στιγμή, βουτηγμένη στον θαυμαστό, αθώο, εγωκεντρικό χωρόχρονο της παιδικότητας.
Το roaming, η ελεύθερη, άσκοπη περιπλάνηση, χωρίς επιβαλλόμενη εξωτερική κατεύθυνση από τους μεγάλους, είναι η ουσία της παιδικότητας, το ζωτικό παιχνίδι των παιδιών κι αυτό που συστηματικά στερούμε από τα παιδιά μας σήμερα.
Μικρά και μεγάλα παιδιά έχουν ανάγκη να πλάθουν εκ νέου τον κόσμο, να τον ανασυνθέτουν με τα υλικά της ψυχής τους, να πειραματίζονται ελεύθερα και να χάνονται μέσα στις δικές τους πρωτοβουλίες και θέλω. Η περιπλάνηση μπορεί να είναι και κινητική, και νοητική. Να αφεθούν σε ένα ασφαλή χώρο, υπό την μακρινή επίβλεψη του γονιού, που πρέπει να επιβλέπει με τις ελάχιστες δυνατές παρεμβάσεις και μόνο για λόγους ασφάλειας του παιδιού, να παρακολουθεί σαν σκιά από μακριά, και να συμμετέχει μόνο εάν το παιδί το ζητά.
Πνίγουμε τα μικρά και μεγαλύτερα παιδιά από την συστηματική επιβολή του στενόμυαλου, «πρακτικού», «εξωτερικού» κόσμου των ενηλίκων. Κόβουμε συστηματικά την φαντασία τους, την ελεύθερή τους έκφραση. Βλέπω γονείς σε παιδικές χαρές να τρέχουν νήπια όποτε θέλουν εκείνοι από την κούνια στην τραμπάλα και στην τσουλήθρα. Με μια καταιγίδα προσταγών και καταναγκαστικών ερωτήσεων. «Κάνε αυτό, κάνε εκείνο, μην κάνεις το άλλο», «θέλεις να κάνεις τσουλήθρα;» «Γιατί δεν θέλεις να κάνεις τσουλήθρα;» «Κοίτα τα άλλα παιδιά κάνουν, εσύ γιατί δεν θέλεις;» και πολλά άλλα.

Βλέπω μεγαλύτερα παιδιά σχολικής ηλικίας να κυκλοφορούν απονευρωμένα, να έχουν χάσει την παιδικότητα, πολυάσχολοι "γιάπηδες" όλη μέρα στα πρέπει του σχολείου, κατόπιν σε εκείνα του σπιτιού, σε αναρίθμητες οργανωμένες δραστηριότητες που τα στέλνουν οι γονείς τους με αναρίθμητους δασκάλους όλων των ειδών που τους μαθαίνουν τα πάντα, για να ξέρουν τα πάντα, και στο τέλος τίποτα. 
Γιατί τίποτα δεν μπορεί να μάθει ένα παιδί χωρίς τη δική του αυτενέργεια. Πιο πολυάσχολα και από τους μπαμπάδες τους, διακτινίζονται κάθε μέρα σε φροντιστήρια, πισίνες, τένις, ωδεία, φροντιστήρια, διαβάζουν το βράδυ για την επόμενη μέρα.Το μαρτύριο δεν τελειώνει τις καθημερινές, που έτσι και αλλιώς τα περισσότερα παιδιά δεν βρίσκουν ούτε μια ώρα ελεύθερου, «άσκοπου» παιχνιδιού. 
Το Σαββατοκύριακο θέλουμε πάλι να επιβάλλουμε τους κανόνες μας. Τα τρέχουμε και σε άλλες δραστηριότητες, και όταν παίζουμε μαζί τους επιβάλλουμε πάλι τους δικούς μας κανόνες, θα παίξουμε επιτραπέζιο με τους κανόνες των ενηλίκων, μέχρις ότου, όταν λογικά δείξουν ότι βαριούνται, θα τα παρκάρουμε στην τηλεόραση και θα φύγουμε. Μετά απορούμε γιατί τα παιδιά κολλάνε στο ίντερνετ και στα ηλεκτρονικά παιχνίδια: μήπως γιατί πρόκειται για ελάχιστες ευκαιρίες να ζήσουν λίγο άσκοπα, να κάνουν μια τουλάχιστον νοητική περιπλάνηση;
Πρόσφατα ήμουν σε ένα παιδικό πάρτι με τα παιδιά. Μπουχτισμένα όλη την εβδομάδα να υπακούουν σε κανόνες, έκαναν σαν τρελά για λίγη ώρα μέσα σε ένα χώρο 5 επί 5 σε παιδότοπο. Δεν κράτησε για πολύ, πολύ σύντομα ανέλαβε ένας κλόουν να «οργανώσει» τον χρόνο τους. Άρχισε πάλι μια καταιγίδα εντολών, «καθίστε εδώ», «χέρια ψηλά», «χειροκροτήστε», «έλα εσύ εδώ, φύγε εσύ» και πολλά άλλα. 

Ένα- ένα έρχονταν στους γονείς τους με έκφραση βαρεμάρας και έλεγαν ότι ήθελαν να φύγουν. Κάποια διαμαρτύρονταν που τους έλεγαν συνέχεια τι να κάνουν. Και όταν τελείωνε ο κλόουν έρχονταν οι κοπέλες του παιδότοπου να τα ρωτάνε «θέλεις να παίξουμε κουνιστές καρέκλες;» «θέλεις να ζωγραφίσουμε;» «τίποτα δεν θέλεις, γιατί;».
Έτσι οι πολυάσχολοι όλη την εβδομάδα "γιάπηδες" έχουν για το ΣΚ οργανωμένα πάρτι με ασφυκτικά οριοθετημένες οδηγίες και εντολές για χέρια ψηλά και χαμηλά, για επιβαλλόμενα χειροκροτήματα λες κι είναι στο κοινό ενός ριάλιτι σόου, κάνε αυτό, κάνε εκείνο, κάνε το άλλο, Χάιλ Χίτλερ. Και μετά απορούμε που δεν έχουμε κουλτούρα ενεργού πολίτη ως μεγάλοι και βρίσκουμε καταφύγιο σε άκρα. Το τέλος της αθωότητας, ο αργός, καθημερινός θάνατος της παιδικότητας, η πολτοποίηση της ελευθερίας, ο εξοστρακισμός της ανεμελιάς από την ψυχή των παιδιών.
Έστω και λίγες φορές την εβδομάδα, αντισταθείτε στην καταναγκαστική σας επιθυμία να επιβάλλετε πλήρως την ατζέντα στο παιδί σας. Κάντε ένα βήμα πίσω, αφήστε το να δράσει, ακολουθήστε το χωρίς παρεμβάσεις. Αφήστε του χώρο και χρόνο να απλώσει το παιδί πάνω ελεύθερα την ψυχή του και να τη μεγαλώσει. Θυμηθείτε... τί ήταν για εσάς η παιδική ηλικία; Είμαι σίγουρος ότι ήταν ένα απόγευμα καλοκαιριού στην γειτονιά χωρίς αρχή μέση και τέλος, να είστε ελεύθεροι να παρατηρείτε τα σύννεφα για όση ώρα επιθυμείτε και να έρθουν τα χρώματα του βραδιού απλά και όμορφα πριν το καταλάβετε.

Στέλιος Παπαβέντσης, παιδίατρος
infokids.gr