Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2016

Νικηφόρος Βρεττάκος
Ένας στρατιώτης μουρμουρίζει στο αλβανικό μέτωπο
Μα ό,τι κι αν γίνει εμείς θα επιζήσουμε.
Άνθρωποι κατοικούν μες στο πνεύμα της Ελευθερίας

Ποιος θα μας φέρει λίγον ύπνο εδώ που βρισκόμαστε;
Θα μπορούσαμε τότες τουλάχιστο
να ιδούμε πως έρχεται τάχατε η μάνα μας
βαστάζοντας στη μασχάλη της ένα σεντόνι λουλακιασμένο
με μια ποδιά ζεστασιά και κατιφέδες από το σπίτι μας.
Ένα φθαρμένο μονόγραμμα στην άκρη του μαντιλιού:
ένας κόσμος χαμένος.
Τριγυρίζουμε πάνω στο χιόνι με τις χλαίνες κοκαλιασμένες.
Ποτέ δεν βγήκε ο ήλιος σωστός απ' τα υψώματα του Μοράβα,
ποτέ δεν έδυσε ο ήλιος αλάβωτος απ' τ' αρπάγια της Τρεμπεσίνας.
Τρεκλίζω στον άνεμο χωρίς άλλο ρούχο,
διπλωμένος με το ντουφέκι μου, παγωμένος και ασταθής.

(Σαν ήμουνα μικρός καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια
της πατρίδας μου
δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο).

Δε θα μου πήγαινε αυτή η προσβολή περασμένη υπό μάλης,
δε θα μου πήγαινε αυτό το ντουφέκι αν δεν ήσουν εσύ,
γλυκό χώμα που νιώθεις σαν άνθρωπος,
αν δεν ήτανε πίσω μας λίκνα και τάφοι που μουρμουρίζουν
αν δεν ήτανε άνθρωποι κι αν δεν ήταν βουνά με περήφανα
μέτωπα, κομμένα θαρρείς απ' το χέρι του θεού
να ταιριάζουν στον τόπο, στο φως και το πνεύμα του.

Η νύχτα μάς βελονιάζει τα κόκαλα μέσα στ' αμπριά·
εκεί μέσα
μεταφέραμε τα φιλικά μας πρόσωπα και τ' ασπαζόμαστε
μεταφέραμε το σπίτι και την εκκλησιά του χωριού μας
το κλουβί στο παράθυρο, τα μάτια των κοριτσιών,
το φράχτη του κήπου μας, όλα τα σύνορά μας,
την Παναγία με το γαρούφαλο, ασίκισσα,
που μας σκεπάζει τα πόδια πριν απ' το χιόνι,
που μας διπλώνει στη μπόλια* της πριν απ' το θάνατο.

Μα ό,τι κι αν γίνει εμείς θα επιζήσουμε.
Άνθρωποι κατοικούν μες στο πνεύμα της Ελευθερίας
αμέτρητοι,
Άνθρωποι όμορφοι μες στη θυσία τους, Άνθρωποι.
Ένας μεγάλος καταυλισμός είναι η έννοια της αρετής.
Το ότι πεθάναν, δεν σημαίνει πως έπαψαν να υπάρχουν εκεί,
με τις λύπες, τα δάκρυα και τις κουβέντες τους.
Ο ήλιος σας θα 'ναι ακριβά πληρωμένος.
Αν τυχόν δεν γυρίσω, ας είστε καλά,
σκεφτείτε για λίγο πόσο μου στοίχισε.

(Σαν ήμουνα μικρός καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια
της πατρίδας μου
δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο).


Από τα Τετράδια της Αμπάς

Ο «Λεβεντόγερος – Γεροέλληνας»

Το μεγαλειώδες παράδειγμα ενός «Λεβεντόγερου – Γεροέλληνα»!
Μας το παραδίδει ο γνωστός λογοτέχνης και Ακαδημαϊκός ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΥΡΙΒΗΛΗΣ (Σ. Σταματόπουλος) ο οποίος το 1960 εξεφώνησε στην Ακαδημία Αθηνών τον Πανηγυρικό Λόγο για το Έπος του 1940. 
Το «κορυφαίο» αυτό περιστατικό του το διηγήθηκε γνωστός του ιατρός του Ε.Ε.Σ. και είναι το επόμενο.
«…Είχε οργανωθή κατά τη διάρκεια του Αγώνα Υπηρεσία
Μεταγγίσεως Αίματος απ’ τονΕλληνικό Ερυθρό Σταυρό. Ο κόσμος έκανε κάθε μέρα ουρά, για να δώσει το αίμα του για τους τραυματίες μας. Ήταν εκεί νέοι, κοπέλες, γυναίκες, μαθητές, παιδιά που
περίμεναν τη σειρά τους. μια μέρα λοιπόν στη σειρά των αιμοδοτών που περίμεναν στεκόταν και ένα γεροντάκι.

– Εσύ, παππούλη, τι θέλεις εδώ; Του είπε ενοχλημένος ο γιατρός.
– Ήρθα κι εγώ, γιατρέ, να δώσω αίμα.
Ο γιατρός τον κοίταξε με απορία, αλλά και συγκίνηση. Ο γέρος παρεξήγησε το δισταγμό του και πρόσθεσε με πιο ζωηρή φωνή:
– Μη με βλέπεις έτσι γιατρέ! Είμαι γέρος, μα το αίμα μου είναι καθαρό και ακόμα ποτές δεν αρρώστησα. Είχα τρεις γιούς. Σκοτώθηκαν και οι τρεις εκεί επάνω. Χαλάλι τηςΠατρίδας! Όμως μου είπαν, πως οι δυο πήγαν από αιμορραγία. Λοιπόν είπα στη γυναίκα μου: θα ‘ναι κι άλλοι πατεράδες, που μπορεί να χάσουν τα παλληκάρια τους, γιατί δεν θα έχουν οι γιατροί αίμα να τους δώσουν. Να πάω να δώσω κι εγώ το δικό μου.
– Άιντε, πήγαινε, γέρο, μου είπε, κι ας είναι για την ψυχή των παιδιών μας. Κι εγώ σηκώθηκα και ήρθα»!

Ο ίδιος ο Μυριβήλης σχολιάζει: 
«Αυτά δεν είναι ιστορίες. Είναι Συναξάρια. Είναι βίοι Αγίων. Δεν είναι μόνον η αρετή της ανδρείας. Γιατί ανδρείους μπορεί να βγάζει κάθε πατρίδα. Αγίους μόνον η Ελλάδα».

«Έζησα το θαύμα»: Ο Ανθυπολοχαγός Οδυσσέας Ελύτης
στο Αλβανικό Μέτωπο

«Τι να έκανα εγώ, ένα χαλασμένο παιδί της Αθήνας. Με κόπο ανυπολόγιστο, κατάφερα να είμαι απλώς συνεπής προς την αποστολή μου. Αλλά είδα στο πρόσωπο των στρατιωτών μου τη λάμψη που είναι ικανός ο Ελληνισμός ν' αναδύσει όταν πιστεύει στο δίκιο του. Και γνώρισα από πολύ κοντά την αψηφισιά του θανάτου, την ακατάβλητη θέληση της ζωής που έγινε τελικά και δική μου.» 
«έζησα το θαύμα»


«Δεν απέμενε παρά να κρατήσω τον όρκο μου και να δώσω υπόσταση στον Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας, αυτόν που είχε δοκιμαστεί σε όλα τα ανεβοκατεβάσματα της Ελληνικής Ιστορίας και που προχωρούσε ολοένα για να φτάσει μέσα και πέρα από το θάνατο.»

«Από το άλλο μέρος, έγινε αιτία ο πόλεμος να συνειδητοποιήσω
τι είναι ο αγώνας, ο ομαδικός πλέον και όχι ο προσωπικός.
Θέλω να πω τι σημαίνει να μάχεσαι και συ.»

«Χωρίς την εμπειρία αυτή, πιστεύω δεν θα μου είχε ανοιχτεί ο δρόμος για το «Άξιον Εστί».»

περισσότερα εδώ