Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2016

Μια φορά ήταν μια μάνα που δεν αγαπούσε το παιδί της.

Μια φορά κι ένα καιρό, ήταν μια μάνα 
που δεν αγαπούσε το παιδί της.

Της Μαρίας Χαρίτου

Για τα πάντα το μάλωνε, συνέχεια το αποδοκίμαζε, μόνιμα το μείωνε. 
Αυτό το παιδί δεν είχε ακούσει ποτέ φράσεις όπως «με κάνεις περήφανη», λέξεις όπως «σ’ αγαπώ», δεν είχε νιώσει ποτέ ένα χάδι, τη μαγική- στοργική αγκαλιά, που είναι το καταφύγιο του κάθε τρομαγμένου- πληγωμένου παιδιού.
Μια φορά κι ένα καιρό, ήταν μια μάνα που δεν αγαπούσε το παιδί της. 
Επιτακτική, βυθισμένη στη λύπη της. Με μοναδικό χόμπι να ελέγχει ζωές και να αποφασίζει για τα πάντα. Μια μάνα που απαιτούσε τη συγνώμη, ακόμα κι όταν έφταιγε.

Μια φορά, ήταν μια μάνα που μεγάλωσε ένα παιδί θλιμμένο. 
Που αποζητούσε μανιασμένο την αγάπη. Που δινόταν. Που χαριζόταν ολάκερο στον κάθε άνθρωπο που νόμιζε ότι του προσέφερε το παραμικρό από τα στερημένα του συναισθήματα.
Από εκείνα που δικαιούνταν, εκείνα που του στέρησε η ζωή.

Μια φορά ήταν μια μάνα που δεν αγαπούσε το παιδί της. 
Κι αυτό το παιδί μεγάλωσε. Και στον απολογισμό του, κατάλαβε την εξάρτηση που του είχε προκαλέσει η μάνα του. Εκείνη τη μάνα που για μια ολόκληρη ζωή προσπαθούσε να κερδίσει.
Που προσπαθούσε να αποσπάσει μια θετική κουβέντα. Πίστευε πως η αποδοχή της θα γιάτρευε όλες του τις πληγές. Ότι θα ήταν λύτρωση. 
Μα δεν την κέρδισε ποτέ…. Γιατί αυτή η μάνα, συνέχιζε να το επικρίνει, συνέχισε να το μειώνει, γιατί τελικά μόνο αυτό ήξερε να κάνει…
Αυτό το παιδί προσπάθησε να σπάσει την αλυσίδα που λειτουργούσε σαν φαύλος κύκλος με τη σκληρή και αλύγιστη μάνα του. Προσπάθησε να πετάξει από πάνω του τις φοβίες, τα ενοχικά και την κοινωνιότροπη συμπεριφορά, που το είχε μάθει να ζει. Πάλεψε πολύ μέσα από ψυχοθεραπεία για να βελτιώσει τον εαυτό του. Για να αποδεχτεί ότι ο τρόπος που δρούσε ως τώρα είναι λάθος. Ότι είναι γεμάτο παιδόμορφες συμπεριφορές. 
Πέρασαν χρόνια για να μη το αγγίζουν οι φαρμακερές κουβέντες που του έλεγε η μάνα του. Ήταν άπειρες οι μέρες που μουρμούραγε από μέσα του «μη δίνεις σημασία, μην αντιδράσεις, μη στενοχωριέσαι, δεν ισχύει τίποτα από αυτά», την ώρα που το έβριζε και το μείωνε.
Ώσπου τελικά, την έβγαλε από πάνω του σα μπλουζάκι. 
Και το ως τώρα παιδί, έφυγε μακριά της. Την ξέγραψε. Γιατί όπως φαίνεται το αίμα γίνεται νερό. Γιατί τελικά διαλέγουμε το συγγενή, όπως και το φίλο.
Στην αρχή η μάνα ένιωσε ότι ησύχασε, ότι δεν έχασε δα και κανένα σημαντικό πρόσωπο… Και ο καιρός περνούσε και από τον εγωισμό της έριχνε ευθύνες στο παιδί της, για το πόσο κακό ήταν που τη ξέγραψε. 
Έλεγε σε όλο τον κόσμο για το πόσες θυσίες είχε κάνει για να το μεγαλώσει κι εκείνο άπονα στο τέλος τη παράτησε. 
«Κάνε παιδιά να δεις καλό», έλεγε… « βασανίζεσαι να τα μεγαλώσεις και εκείνα σε παρατάνε»… 
Εκθείαζε τον εαυτό της χωρίς να αναγνωρίζει καμία ευθύνη για το πόσο πόνο είχε προκαλέσει σε αυτό το παιδί αν τα χρόνια. Και ο καιρός περνούσε κι άλλο… ώσπου η μοναξιά της την τρόμαζε. Έφτασε η μέρα που μετάνιωσε για τον τρόπο που του φέρθηκε. Για τα λόγια που ξεστόμισε.
Το παιδί της έκανε οικογένεια, έκανε παιδιά. Βρήκε ένα σύντροφο που του χάρισε όλα όσα στερήθηκε και ήταν ευτυχισμένο. 
Η μάνα του, ήταν το μεγαλύτερο σχολείο για εκείνο. Το δίδαξε το πώς να ΜΗ μεγαλώσει τα παιδιά του.
Η μάνα, κατέληξε μόνη. Δεν ένιωσε ποτέ τη χαρά να μεγαλώσει κοντά στα εγγόνια της. Κοντά σε μια οικογένεια.
Συνέχισε να ασχολείται και να ελέγχει τις ζωές των άλλων, γιατί μέσα από αυτό ένιωθε δυνατή. 

Ασχολούνταν με οτιδήποτε άλλο, προκειμένου να μην αντικρίζει τη δική της αλήθεια. Γέμιζε τη ζωή της με κουτσομπολιά και κοίταζε πάντα γύρω της με καχυποψία και πονηριά, νομίζοντας ότι όλοι θέλουν να της κάνουν κακό. 
Δεν πλησίασε ποτέ το παιδί της. Πίστευε ότι έπρεπε να το κάνει εκείνο. 
Ώσπου μια μέρα, βυθίστηκε στη μελαγχολία και τη δυστυχία της…

Μια φορά κι ένα καιρό, ήταν μια μάνα που δεν αγαπούσε το παιδί της…

Θα είναι για πάντα η βασίλισσα μου!

Ένας φοιτητής κάθονταν στην καφετέρια της πανεπιστημιούπολης και μελετούσε, όταν πρόσεξε δύο ηλικιωμένους άνδρες να πλησιάζουν και να κάθονται σε ένα κοντινό του τραπέζι. 
Τότε ο ένας από τους ηλικιωμένους άρχισε να μιλά για τη σύζυγό του.
Όταν τελείωσε την φράση του, ρώτησε τον άλλο άντρα να του μιλήσει για την δική του γυναίκα.
Διαβάστε τη απάντηση του, όπως ακριβώς την μετέφερε ο φοιτητής.

Ήμουν 21 χρονών όταν την γνώρισα. Μόλις την είδα να μπαίνει στην αίθουσα το κατάλαβα. Δεν χρειάστηκε καν να ρωτήσω ποια είναι. Σκέφτηκα «αυτή είναι η γυναίκα μου»
Τα υπόλοιπα όλα είναι ιστορία.
Αυτή η γυναίκα ήταν το κάτι άλλο. Κάθε μέρα, έλειπα για 12 ώρες στη δουλειά και όταν γυρνούσα στο σπίτι υπήρχε πάντα φαγητό στο τραπέζι να με περιμένει. Όταν τα παιδιά έπεφταν για ύπνο, ήμασταν τόσο κουρασμένοι που πηγαίναμε κατευθείαν στο κρεβάτι και κρατιόμασταν αγκαλιασμένοι σφιχτά για λίγη ώρα, πριν κοιμηθούμε.
Ήταν από τις λίγες στιγμές της ημέρας που την ένιωθα τόσο κοντά μου, έστω και για τόσο λίγο. Αυτά τα λίγα λεπτά μου έδιναν τη δύναμη να συνεχίσω να δουλεύω για να εξασφαλίσω ένα καλύτερο μέλλον στα παιδιά μου. 
Της έλεγα ότι όσο ήταν αυτή εκεί να τη σφίγγω στην αγκαλιά μου, θα ήμουν για πάντα μια χαρά. Ήταν η βασίλισσα της ζωής μου.
Ήταν αυτή που με βοήθησε να γίνω ο άνθρωπος που είμαι σήμερα. Ευγενικός με τους ανθρώπους και καλός πατέρας. Μπορείς να ρωτήσεις τα παιδιά μου για αυτό.
Μερικοί άνθρωποι ξέρουν πως να το κάνουν αυτό. Κάποιοι άνθρωποι ξέρουν πως να σε κάνουν καλύτερο άνθρωπο.

Ήρθε κάποια μέρα όμως που αρρώστησε. Στην αρχή δεν ανησύχησα, άλλωστε όλοι κάποτε αρρωσταίνουμε. Αλλά οι γιατροί φαίνονταν να πιστεύουν ότι δεν ήταν κάτι απλό. Έμοιαζαν να ανησυχούν και όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια είχαν δίκιο.
Όταν μας είπαν τα άσχημα νέα, η γυναίκα μου με ρώτησε αν θα ήθελα να παντρευτώ κάποια άλλη όταν πεθάνει. Ανησυχούσε. Δεν ήθελε να μείνω μόνος μου και να στεναχωριέμαι. Αλλά δεν μπορούσα ούτε καν να με φανταστώ με άλλη. Μου φαίνονταν απίστευτο. 
Όταν της το είπα, γύρισε, με κοίταξε και μου είπε: 
«Αφού σε ξέρω καλά. Είσαι το είδος του ανθρώπου που χρειάζεται μια γυναίκα στο πλευρό του. Δεν θα μπορούσες ποτέ να είσαι χαρούμενος μόνος σου».
Το αρνήθηκα, ξανά και ξανά και ξανά…
Μετά από ένα χρόνο που πάλευε με τη αρρώστια της, όλα είχαν αλλάξει στο σπίτι. 

Δεν υπήρχε πια φαγητό στο τραπέζι όταν γυρνούσα σπίτι από τη δουλειά. Η γυναίκα μου περνούσε τη μέρα της στο κρεβάτι και με περίμενε να επιστρέψω το βράδυ για να την σηκώσω και να την μεταφέρω στο τραπέζι.
Κάθονταν στην καρέκλα και με κοίταζε με εκείνα τα μεγάλα πράσινα μάτια της την ώρα που μαγείρευα κάτι για να φάμε. Μου έδινε οδηγίες χαμογελαστή και με μάλωνε αν έκανα κάτι λάθος, αν έριχνα περισσότερο αλάτι από όσο έπρεπε.
Ήταν οι πιο όμορφες στιγμές της ημέρας μου! Απλά ήμασταν ευτυχισμένοι που μπορούσαμε να δούμε ο ένας τον άλλο.
Στις πολύ άσχημες ημέρες της, δεν μπορούσε να φάει μόνη της και έπρεπε να την ταΐσω. Δεν το ήθελε, έκλαιγε και ζητούσε συγνώμη.
Την μάλωνα. Αφού το ήξερε, ότι και να γίνει θα είμαι πάντα εκεί δίπλα της. Ήταν ο άνθρωπος μου και ήμουν ο άνθρωπος της. Μέχρι το τέλος.
Τα πράγματα σιγά σιγά όμως χειροτέρεψαν. Έφτασε η μέρα που δεν μπορούσε να κάνει τίποτα μόνη της ενώ έπρεπε να παίρνει τα φάρμακα της κάθε 4 ώρες.

Σταμάτησα από την δουλειά για να μπορώ να είμαι συνέχεια δίπλα της και να την φροντίζω. Όταν την τάιζα, την έβαζα να ξαπλώσει στο κρεβάτι, έπεφτα και εγώ δίπλα της και την έσφιγγα στην αγκαλιά μου. Όπως παλιά. Τότε, αυτή ήταν η πιο όμορφη στιγμή της ημέρας μου.
Υπήρξε μια μακρά σιωπή που κανείς από όλους όσους άκουγαν κρυφά τη διήγηση του άντρα, δεν τόλμησε να διακόψει. 
Ο ηλικιωμένος με κάποιο τρόπο βρήκε τη δύναμη να συνεχίσει…
Αλλά πόσα μπορεί να αντέξει το ανθρώπινο σώμα.
Χρειάστηκαν δυο ολόκληρα χρόνια για να μπορέσει η αρρώστια να λυγίσει την γυναίκα μου. Αλλά τελικά τα κατάφερε.
Το είχα δει να έρχεται. Το ίδιο και εκείνη. Ξέραμε και οι δυο μας ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να επανέλθει αλλά και πάλι. Ήταν σαν τη μια μέρα να την σφίγγω δυνατά στην αγκαλιά μου και την επόμενη να έχει φύγει.

Στην αρχή με σκότωσε αλλά σε λίγο καιρό κατάλαβα ότι είναι καλύτερα εκεί που βρίσκεται τώρα. Δεν χρειάζεται πια να παίρνει αυτά τα τρομακτικά φάρμακα και δεν χρειάζεται πια να τρώει τα άθλια φαγητά μου.
Εκείνη είναι καλύτερα. Εγώ όμως δεν ξέρω τι να κάνω χωρίς αυτή. Για παράδειγμα δεν ξέρω τι να κάνω τα πράγματα της, τα ρούχα της. Δεν μπορώ να τα πετάξω. Δεν θέλω να το κάνω. Όλα τα ρούχα της είναι ακόμα στην ντουλάπα και παντού υπάρχουν οι φωτογραφίες της. Η πλευρά της στο κρεβάτι είναι ακριβώς όπως την άφησε. Θέλω να πιστεύω ότι είναι ακόμα εδώ. Οι κόρες μου μου λένε να πουλήσω το σπίτι και να πάω σε ένα άλλο, αλλά πέρασα τη ζωή μου σε αυτό το σπίτι μαζί της. Είναι ακόμα το σπίτι μας, τουλάχιστον όσο ζω ακόμη σε αυτό.

Επικράτησε για μερικά λεπτά και πάλι σιωπή.
Ο φοιτητής δεν είχε ακούσει ποτέ κάποιον άνθρωπο να μιλάει για κάποιον άλλον με τόσο απόλυτο σεβασμό και θαυμασμό. Ήταν φανερό ότι πραγματικά αγαπούσε και λάτρευε τη γυναίκα του και αυτό δεν επρόκειτο να αλλάξει τόσο εύκολα.

Ο άλλος ηλικιωμένος έσπασε τη σιωπή: «Δεν μπορώ να φανταστώ πόσο δύσκολο πρέπει να σου ήταν να την φροντίζεις όλη μέρα. Να δίνεις τα πάντα για αυτή».
Ο φοιτητής ορκίστηκε ότι ήταν η πρώτη φορά που είδε τον ηλικιωμένο με την τραγική ιστορία να χαμογελάει πλατιά:
«Καθόλου δύσκολο. Ήταν προνόμιο μου να μπορώ να μπορώ να την φροντίσω για όσο το έκανα. Ήταν ο άνθρωπος της ζωής μου και θα το έκανα ξανά και ξανά αν χρειαζόταν. Ήταν και θα είναι για πάντα η βασίλισσα μου. Απλά μου λείπει τόσο η αγκαλιά της…»
daddy-cool

Ο κόσμος των εμβολίων και των αντι-εμβολιαστών
How To Argue With Anti-Vaxxers, According To Science

Όπως μπορεί να έχετε υπόψιν σας, ένα αρκετά επίκαιρο θέμα είναι αυτό του εμβολιασμού και το κίνημα κατά των εμβολίων ή όπως είναι γνωστό σε πολλούς “anti-vaccination movement”, οι υποστηρικτές του οποίου είναι γνωστοί και ως “anti-vaxxers”.

Με αφορμή ένα προηγούμενο άρθρο που ανέβηκε στη σελίδα [πηγή] είπα να δώσω περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το τι είναι τα εμβόλια, τι υποστηρίζουν οι αντι-εμβολιαστές και κατά ποσό αυτοί οι ισχυρισμοί υποστηρίζονται από επιστημονικές αποδείξεις. 
Καλωσορίσατε λοιπόν στη παιδική χαρά του επιστημονικού αλφαβητισμού και ελπίζω να περάσετε καλά.
Πρώτα ας δούμε συνοπτικά πώς αναπτύξαμε την τεχνολογία των εμβολίων:

429 π.Χ: Κάποιες από τις πρώτες αναφορές σχετικά με το θέμα τις ανοσίας έγιναν από τον Έλληνα ιστορικό Θουκυδίδη, ο οποίος παρατήρησε ότι όσοι επιβίωναν από την ευλογιά στην Αθήνα δεν νοσούσαν ξανά με την ίδια ασθένεια (όχι και κάτι το φοβερό, αλλά ο άνθρωπος είχε παρατηρητικότητα).

900 π.Χ: Οι Κινέζοι χρησιμοποιούν μια πρώιμη μορφή ανοσίας, η οποία ξεκίνησε κατά τον 10ο αιώνα και εφαρμόστηκε ιδιαίτερα ανάμεσα στον 14ο και 17ο αιώνα. Ο στόχος τους ήταν να προλάβουν την ανάπτυξη ευλογιάς εκθέτοντας υγιείς ανθρώπους σε ιστό μολυσμένο από την ασθένεια. Αυτό το πετύχαιναν είτε βάζοντας τον μολυσμένο ιστό κάτω από το δέρμα είτε βάζοντας τον εκάστοτε ασθενή να εισπνεύσει κονιορτοποιημένο μολυσμένο ιστό (μετάφραση: σνίφαραν μολυσμένο ιστό).

1796 μ.Χ: Ο Βρετανός γιατρός [Edward Jenner] έδωσε σε ένα οχτάχρονο αγόρι ένεση η οποία περιείχε κομμάτια από ιό της δαμαλίτιδας πιστεύοντας ότι με αυτόν τον τρόπο θα το προστάτευε από το να κολλήσει την ασθένεια και στη συνέχεια από το να την μεταδώσει σε άλλους. Το πείραμά του πέτυχε καθώς το αγόρι είχε πλέον ανοσία στον ιό και έτσι εμφανίστηκε το πρώτο εμβόλιο (στη σύγχρονή του μορφή). [πηγή]

1880 μ.Χ: Ο διακεκριμένος χημικός [Louis Pasteur] προχώρησε περισσότερο την τεχνική του Jenner παράγοντας στο εργαστήριο εξασθενημένες μορφές ιών και βακτηρίων τις οποίες χρησιμοποιούσε για να δώσει ανοσία στους ασθενείς (σε αντίθεση με τους πλήρως ζωντανούς που χρησιμοποιούσε ο Jenner και οι προγενέστεροι του). [πηγή ] [πηγή 2]

Με λίγα λόγια, η εν λόγω τεχνολογία στηρίζεται σε εκατοντάδες χρόνια πειραματισμών, λαθών και βελτιώσεων από πολλούς γνωστούς και δυστυχώς περισσότερους άγνωστους ερευνητές, τους οποίους πρέπει να ευγνωμονούμε καθώς αποτελούν το λόγο που έχουμε τα εργαλεία για να βελτιώσουμε την ποιότητα της υγείας και της ζωής μας εν γένει. Τώρα ας περάσουμε στο πιο τεχνικό κομμάτι, δηλαδή πώς ακριβώς λειτουργούν τα εμβόλια.
Κάθε μέρα, είτε το καταλαβαίνουμε είτε όχι, ερχόμαστε σε επαφή με δισεκατομμύρια μικροοργανισμούς, κάποιοι από τους οποίους μπορούν δυνητικά να μας αρρωστήσουν. Όσοι το ακούσατε αυτό και πανικοβληθήκατε αμέσως, χαλαρώστε. Όπως μας λέει και ο George Carlin δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας.
Οι παράγοντες που συμβάλλουν στο να αρρωστήσουμε είναι αχανείς οπότε απλά κρατάμε στο νου μας ότι κάποιοι από αυτούς τους παράγοντες είναι η ηλικία, το κάπνισμα, η έλλειψη ύπνου και ούτω καθεξής. 
Το ανθρώπινο σώμα, όσο εύθραυστο και αν νομίζουμε ότι είναι, στη πραγματικότητα αποτελεί ένα εξαιρετικό φρούριο. Έχει πολλά επίπεδα προστασίας για να εξασφαλίζει ότι δεν θα είναι εύκολο να προσβληθεί ο οργανισμός από κάποιον δυνητικά επικίνδυνο παθογόνο μικροοργανισμό. 
Ωστόσο κάποιοι μικροοργανισμοί καταφέρνουν και περνάνε από τα τείχη. Τι γίνεται μετά;
...............
Τα εμβόλια είναι ο τρόπος που χρησιμοποιούμε για να δώσουμε στον οργανισμό μας αυτήν τη μνήμη που προαναφέραμε χωρίς να χρειαστεί να τον εκθέσουμε στον ίδιο τον μικροοργανισμό.
..............
Πάμε να δούμε και τον αντίλογο.
«Το αν θα εμβολιάσω το παιδί μου είναι δική μου δουλειά! Δεν επηρεάζω κανένα!».
Το κίνημα κατά τον εμβολίων σαν «επίσημη ομάδα» είναι σύγχρονο, αλλά ο πόλεμος κατά της επιστημονικής προόδου ή για να είμαι πιο ακριβής ο πόλεμος ενάντια σε αυτό που δε μπορούσαν να καταλάβουν πολλοί άνθρωποι, υπήρχε ανέκαθεν. 
Για να σας δώσω ένα παράδειγμα, στην εποχή του ο Edward Jenner, ο οποίος όπως διαβάσατε πιο πριν είναι ο γιατρός που έφτιαξε πρακτικά το πρώτο εμβόλιο για τον ιό της δαμαλίτιδας, είχε το πρόβλημα ότι κάποιοι σύγχρονοί του πίστευαν πως το εμβόλιο θα τους μετέτρεπε σταδιακά σε αγελάδες. [πηγή]
..............
Αρχοντής Στάμος
Πηγή: ellinikahoaxes
ολόκληρο το άρθρο εδώ: antikleidi