Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2017

Τότε που λέγαμε τα κάλαντα …


Παραμονή Χριστουγέννων. Ξύπνημα από τις έξι. Ντυνόμασταν ζεστά, φοράγαμε τα σκουφάκια που μας είχε πλέξει η μάνα μας με τεράστιες φούντες στην κορυφή και αφού πίναμε γρήγορα γρήγορα το Νουνού φεύγαμε για τα κάλαντα. Θέλαμε να είμαστε από τις πρώτες που θα χτύπαγαν το κουδούνι.

Ναι, κινδυνεύαμε να μην μας ανοίξουν πρωί-πρωί, όμως αν, θα ήμασταν εμείς που θα κάναμε το ποδαρικό και θα περνάμε επαξίως τον καλύτερο μπουναμά.
Συνήθως, η εμπειρία μας είχε δείξει δηλαδή, ότι όλοι, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, άνοιγαν διάπλατα την πόρτα τους για να «τα πούμε». 

Τότε, δεν υπήρχε φόβος. Οι πόρτες ήταν ξεκλείδωτες και όλοι σε καλωσόριζαν στο σπιτικό τους. Η υποδοχή ήταν ίδια σε όλα τα παιδιά που έλεγαν τα κάλαντα. Μας έβαζαν στο σαλόνι τους, έτσι για το καλό. Για να ακουστούν οι παιδικές φωνούλες και να πλημμυρίσουν οι τοίχοι από χαρά. Αυτή η χαρά θα συνόδευε την καινούργια χρόνια και θα κράταγε μέχρι τον επόμενο χρόνο που πάλι θα χτύπαγε το κουδούνι και κάποια παιδιά θα έλεγαν τα κάλαντα με τον δικό τους τρόπο.Δεν φοβόμασταν να περπατήσουμε ακόμα και σε άγνωστες γειτονιές για «να τα πούμε». Ο κόσμος πιο ευγενής, τα αυτοκίνητα λιγότερα και οι οδηγοί πιο συνετοί. Εξάλλου ήταν τόσο πρωί που σπάνια συναντούσες αυτοκίνητο. 
Παραμονές Χριστουγέννων σήμαινε όχι μόνο κάλαντα για τα παιδιά αλλά και για τους μεγάλους.
Άκουγα τον πατέρα μου που έλεγε στην μητέρα μου «κάνε ψιλά. Αύριο θα έρθουν τα παιδιά για τα κάλαντα». Η μητέρα επίσης φρόντιζε και για τα γλυκά. Συνήθως σοκολατάκια για κέρασμα. Σε ποιο παιδί δεν άρεσε η σοκολάτα; Έτσι όλα τα σπίτια έκαναν τις απαραίτητες ετοιμασίες για να υποδεχτούν τα κάλαντα. Ψιλά και σοκολατάκια, καμιά φορά κουραμπιέδες και μελομακάρονα, οι πιο κλασικές νοικοκυρές που δεν έσπαγαν την παράδοση. Σπανίως κάποιος δεν άνοιγε την πόρτα του.
Σαν παιδιά που ήμασταν, χτυπάγαμε το κουδούνι και μετά περιμέναμε. Αν άνοιγε η πόρτα, καλώς. Αν αργούσε να ανοίξει, περιμέναμε σιωπηλά, σχεδόν δεν αναπνέαμε και κολλούσαμε το αυτί μας στην πόρτα. Να ακούσουμε αν ήταν κάποιος μέσα και έκανε το κορόιδο. Ναι, ήταν σεσημασμένοι οι γρουσούζηδες που δεν άνοιγαν. Τους ξέραμε, αλλά κάθε χρόνο ήμασταν εκεί. 
Έτσι για την αλητεία της εποχής. 
Τότε, τα χρήματα που μαζεύαμε ήταν πολλά για την εποχή. Αλλά δεν μας ένοιαζε αυτό. Πηγαίναμε έξω για τα κάλαντα για να ζήσουμε την περιπέτεια. Γιατί ήταν έθιμο και έτσι μας είχαν μάθει οι γονείς μας, που τους είχαν μάθει οι γονείς τους. 
Ήταν από τις λίγες φορές που μας άφηναν οι γονείς μας να βολτάρουμε μόνες μας. Το λεγόμενο χαρτζιλίκι που συγκεντρώναμε από τα κάλαντα, συνήθως το εξαργυρώναμε σε δώρα για τους δικούς μας ανθρώπους. Για την οικογένεια μας. 
Βλέπετε, τότε δεν υπήρχε mall, ούτε Zara, ούτε iPhone, ούτε tablet.Όταν τελείωνε η γύρα και επιστρέφαμε στο σπίτι, δεν σταματάγαμε να μιλάμε για την περιπέτεια. Ποιος μας άνοιξε, ποιος δεν μας άνοιξε, γνωστό αυτό, τι μας κέρασαν, πόσα μας έδωσε ο κολλητός του πατέρα μας. 
Κάθε χρόνο η μητέρα μου μας έκανε την ίδια ερώτηση, «δεν πιστεύω να χτυπάγατε πολλές φορές το κουδούνι και με μανία όταν δεν σας άνοιγαν;» Και κάθε χρόνο έπαιρνε την ίδια απάντηση, «Οοοχιιι». Εμείς αυτόματα κοιτάγαμε το δάκτυλο μας, τον δείκτη, που είχε γουβιάσει από την πίεση στο μπουτόν του κουδουνιού και κρυφογελάγαμε. 
Εννοείται, ότι κάποιοι θείοι μας που έρχονταν το μεσημέρι στο σπίτι μας για χρόνια πολλά, έλεγαν ποσό επίμονα χτυπούσαμε το κουδούνι. Και το έλεγαν κάπως ενοχλημένοι, τι κάπως δηλαδή, πολύ, αλλά εμείς είχαμε περάσει τόσο καλά που η παρατήρηση, παύλα, ευγενική επίπληξη μας άφηνε παγερά αδιάφορες. 
Τότε που πηγαίναμε για τα κάλαντα δεν υπήρχε ο φόβος να μας ληστέψουν στον δρόμο. Περπατάγαμε και νιώθαμε ασφάλεια. Τώρα, τα λιγοστά παιδιά που βγαίνουν την παραμονή των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς συνοδεύονται από κάποιον ενήλικα. 
Συνήθως οι μαμάδες αναλαμβάνουν τον ρόλο του σεκιουριτά. 
Οι περισσότερες πόρτες μένουν κλειστές. Δεν ανοίγουν στο χτύπημα του κουδουνιού. Κάποιοι κοιμούνται, κάποιοι βαριούνται, κάποιοι κάνουν πως δεν ακούνε. Κάποιοι δεν έχουν χρήματα να φιλέψουν τα παιδιά.
«Φέτος θα πούμε τα κάλαντα μεταξύ μας» είπα στην κόρη μου. Και όταν με ρώτησε γιατί, της απάντησα ότι δεν πρέπει να φέρνουμε τους ανθρώπους σε δύσκολη θέση. Έχω ήδη βγάλει από το ντουλάπι το τρίγωνο, με τρίγωνο τα λέγαμε και μεις, το έτριψα λίγο να γυαλίσει, γυαλίζοντας το τότε… Θυμήθηκα, χαμογέλασα…

Πρωτοχρονιάτικο παραμύθι
Διήγημα της Πηνελόπης Δέλτα

Μια παραμονή Πρωτοχρονιάς, χωμένο στη γωνία μιας εξώπορτας, κάθουνταν ένα αγοράκι και κοίταζε το αντικρινό φωτισμένο παράθυρο.

Είχε νυχτώσει νωρίς, και το χιόνι σκέπαζε τις πλάκες του δρόμου, τα φανάρια, τα δέντρα και τις στέγες των σπιτιών, πράμα σπάνιο στην Αθήνα. Το κρύο ήταν δυνατό, και τυλιγμένος στο παλιωμένο και σκισμένο ρουχάκι του, όλο και περισσότερο χώνουνταν ο Βασίλης στη γωνιά της εξώπορτας, για να ξεφύγει από το βοριά που τον πάγωνε ως τα κόκαλα. Μα τα μάτια του έμεναν καρφωμένα στο φωτισμένο παράθυρο του αρχοντόσπιτου, αντίκρυ του.
«Πρωτοχρονιά αύριο», μουρμούρισε, «διασκεδάζουν εκεί μέσα».

Εκεί μέσα κείτουνταν ένα παιδί, με λιωμένο αχνό πρόσωπο.

Κουτιά γεμάτα μπογιές, μολυβένια στρατιωτάκια, ζώα ξύλινα, σιδηρόδρομοι και καραβάκια, που σκέπαζαν το κρεβάτι του, έστεκαν άγγιχτα. Τ' αδύνατα χεράκια του έμεναν ακίνητα στο σεντόνι απάνω' δεν κοίταζε καν τα πλούσια δώρα γύρω του. Το κουρασμένο βλέμμα του ήταν καρφωμένο στο παράθυρο όπου, στα σκοτεινά, άσπριζαν τα χιόνια της αντικρινής στέγης.
-Τι συλλογίζεσαι, Βασιλάκη; ρώτησε η μητέρα του.
- Κοίταζα τα χιόνια, αποκρίθηκε ο μικρός, και συλλογίζουμουν τη χαρά να τρέχεις στους δρόμους, να βουτάς στα χιόνια, να τα μαζεύεις και να φτιάνεις μπάλες, και να τις τινάζεις στους περαστικούς, όπως στη ζωγραφιά του βιβλίου μου, εκεί που είδα και το χριστουγεννιάτικο δέντρο με τα πολλά κεράκια... Αλήθεια, μητέρα, λες να βρήκε ο Νικόλας δέντρο τέτοιο εδώ;
-Ναι, παιδί μου, βρήκε, και θα σου το φέρει τώρα στολισμένο. Δεν είναι πολύ μεγάλο όπως στη ζωγραφιά του βιβλίου σου, μα το στόλισε ο πατέρας σου... και είναι πολύ όμορφο... Είσαι ευχαριστημένος;
-Ναι, είπε ο Βασιλάκης χωρίς ενθουσιασμό.
Εκείνη την ώρα άνοιξε η πόρτα. Δυο υπηρέτες έφεραν μέσα ένα μικρό έλατο ολοφώτιστο, και το έστησαν απάνω στο τραπέζι. Τα κλαδιά ήταν φορτωμένα χρυσά και ασημένια στολίδια, φαναράκια και μπρίλες. Παντού στέκουνταν όρθια τ' αναμμένα χρωματιστά κεράκια, και τα μεγαλύτερα κλαδιά λύγιζαν από το βάρος των παιχνιδιών που κρέμουνταν δεμένα με κορδέλες.
-Ε, Βασιλάκη, σ' αρέσει το δέντρο σου; ρώτησε ζωηρά ο πατέρας του.
Ο μικρός το κοίταξε μια στιγμή με σβησμένα αγέλαστα μάτια.
- Το φαντάζουμουν ωραιότερο, είπε με τη βαρεμένη του φωνή.
Και το βλέμμα του γύρισε πάλι στο παράθυρο και στα χιόνια του αντικρινού σπιτιού.
- Πατέρα, λες του χρόνου την Πρωτοχρονιά να είμαι πια καλά και να βγω κι εγώ στα χιόνια;
- Ναι, παιδί μου, είπε ο πατέρας.
Και η μητέρα βγήκε από το δωμάτιο για να κρύψει τα κλάματα που την έπνιγαν.
-Τι όμορφα που θα είναι να τρέχεις στα χιόνια... είπε συλλογισμένα ο Βασιλάκης. Τι δε θα έδινα για να δω τι γίνεται έξω...

Έξω, ο Βασίλης είχε δει πίσω από το φωτισμένο παράθυρο το δέντρο του Βασιλάκη, με τα φώτα και τα χρυσά στολίδια και τα παιχνιδάκια που γέμιζαν τα κλαδιά από πάνω ως κάτω.
-Αχ, τι ωραίο! είπε το φτωχό· πρέπει να το έφερε ο Άη-Βασίλης.
Και τα μάτια του έτρωγαν το δέντρο και, τρέμοντας από το κρύο, ολοένα χώνουνταν βαθύτερα στη γωνιά του και γύρευε να τυλίξει στο κορμάκι του τα κουρέλια του, μήπως και τον ζεστάνουν λίγο.
-Ο Άη-Βασίλης... μουρμούρισε. Γιατί δεν έρχεται κάποτε και σε μας, ο Άη-Βασίλης;
Θυμήθηκε το φτωχικό σπιτάκι στο χωριό του, όπου τον είχε μεγαλώσει η μάνα του· όλα τα είχε στερηθεί αφότου γεννήθηκε, εκτός μόνο τα χάδια της μάνας του. Ξενοδούλευε η κακομοίρα για να κερδίσει το ψωμί τους, μα άλλο από ψωμί δεν πρόφθαινε να βγάλει, μόνο την αγάπη της μπορούσε χάρισμα να του δίνει, και αυτήν του την έδινε μπόλικη. Μα ήλθαν οι κακοί καιροί, η αρρώστια, η μαύρη φτώχεια, και πέθανε η μάνα του και την έβαλαν σε σανιδένια κάσα, και την πήγαν στο νεκροταφείο, και την είδε που τη σκέπασαν τα χώματα. Και τον έβγαλαν από το φτωχικό του καλυβάκι, κι έφυγε το έρημο ορφανό και ήλθε κι έπεσε στην Αθήνα, παραμονή του Άη-Βασίλη, πεινασμένο, παγωμένο, μακαρίζοντας τους ευτυχισμένους που διασκέδαζαν πίσω από το φωτισμένο παράθυρο, αντίκρυ του.
Από νωρίς είχε δει κίνηση μεγάλη στους δρόμους, παιδιά μεγάλα και μικρά, που σταματούσαν στις πόρτες των αρχοντόσπιτων και έλεγαν τον Άγιο Βασίλη. Μα τ' ορφανό δεν τόλμησε να χτυπήσει και αυτό σε καμιά πόρτα, ούτε ήταν μαθημένο στην ταραχή της μεγάλης πολιτείας. Και λίγο-λίγο, τράβηξε κατά τους ήσυχους μεγαλόπρεπους δρόμους, μακριά από το κέντρο, και ήλθε και ζάρωσε σε μιαν εξώπορτα, χωρίς ψωμί, χωρίς σκοπό, χωρίς καμιάν ελπίδα.
Πίσω από το φωτισμένο παράθυρο πήγαιναν κι έρχουνταν σκιές. Πέρασε κι ένας υπηρέτης με βελάδα, βαστώντας ένα πιάτο με μια μεγάλη πίτα!
Ο Βασίλης θυμήθηκε πως την τελευταία βούκα ψωμί την είχε φάγει το πρωί. Και μέσα κει θα έτρωγαν τώρα πίτα!
Αχ, και να είχε και αυτός μια βουκίτσα να γελάσει την πείνα του! Του φάνηκε τόσο ορεκτική η πίτα, τόσο αφράτη, καθώς την πέρασε ο υπηρέτης εμπρός στο παράθυρο. Άραγε, αν ζητούσε λίγη, θα του έδινε κανένα κομματάκι;
Και έξαφνα, χωρίς να ξέρει και αυτός πώς το έκανε, άρχισε να τραγουδά:
«Άγιος Βασίλης έρχεται α-α-από, από την Καισαρεία... βαστά καλάμι και χαρτί, χα-α-ρτί, χαρτί και καλαμάρι».
Πίσω από το φωτισμένο παράθυρο, διάφορες σκιές πήγαν και ήλθαν κοιτάζοντας έξω. Σώπασε τρομαγμένος ο Βασιλάκης και ζάρωσε στη γωνίτσα του όσο μπορούσε περισσότερο.
- Παναγιά μου! ψιθύρισε, λένε πως οι πλούσιοι δεν έχουν καλή ψυχή και περιφρονούν τους φτωχούς...
Και με τρομαγμένα μάτια ακολουθούσε το πήγαινε κι έλα των ανθρώπων μες στην κάμαρα.

Μες στην κάμαρα είχαν κόψει την πίτα. Ακουμπισμένος στα μαξιλάρια, ο Βασιλάκης βαστούσε το πιάτο του στα χέρια, κοιτάζοντας με αδιαφορία το κομμάτι του, χωρίς καν να το γευθεί.
- Δεν το κόβεις να δεις αν σου έπεσε το φλουρί, Βασιλάκη μου; ρώτησε ...

Αλ. Παπαδιαμάντης – Τα Πτερόεντα Δώρα
Εφημερίδα «Αλήθεια», 1 Ιανουρίου 1907

Ξένος του κόσμου και της σάρκας κατέβηκε την παραμονή από τα ύψη, αφού μάζεψε τις φτερούγες, όπως τις κρύβει θεϊκός άγγελος. Έφερνε δώρα από τα πάνω βασί­λεια, για να φιλέψει τους κατοίκους της πρωτεύουσας. Ήταν ο καλός άγγελος της πόλης.

Κρατούσε στο χέρι ένα άστρο και στο στήθος του έπαλ­λε ζωή και δύναμη και από το στόμα του έβγαινε πνοή θεϊ­κής γαλήνης. Τα δώρα αυτά ήθελε να τα μεταδώσει σε όλους, όσοι πρόθυμα τα δέχονται.

Μπήκε πρώτα σε ένα αρχοντικό μέγαρο. Είδε εκεί την ψευτιά και τη σεμνοτυφία, την ανία και την ανώφελη ζωή, ζωγραφισμένα στα πρόσωπα του άντρα και της γυ­ναίκας και άκουγε τα δυο παιδιά να ψελλίζουν λέξεις σε άγνωστη γλώσσα. Ο Άγγελος πήρε τα τρία ουράνια δώρα του και έφυγε τρέχοντας από εκεί.

Πήγε στην καλύβα ενός φτωχού ανθρώπου. Ο άντρας έλειπε όλη τη μέρα στην ταβέρνα. Η γυναίκα προσπαθού­σε με λίγο ξερό ψωμί να αποκοιμίσει τα πέντε παιδιά, βλαστημώντας ταυτόχρονα την ώρα που είχε παντρευτεί. Τα μεσάνυχτα επέστρεψε ο άντρας της, αυτή τον έβρισε νευρική, με φωνή διαπεραστική, εκείνος την έδειρε με το ραβδί με τους ρόζους και μετά από λίγο οι δυο πλάγια­σαν, χωρίς να κάνουν την προσευχή τους και άρχισαν να ροχαλίζουν με βαριούς ήχους. Έφυγε από κει ο Άγγελος.
Ανέβηκε σε μεγάλο κτίριο, πλούσια φωτισμένο. Ήταν εκεί πολλά δωμάτια με τραπέζια, κι επάνω τους έσκυβαν άνθρωποι, μετρώντας χρήματα, παίζοντας με χαρτιά. Χλω­μοί και δυστυχισμένοι, όλη η ψυχή τους ήταν συγκεντρωμέ­νη στην ασχολία αυτή. Ο Άγγελος κάλυψε με τις φτερούγες του τα μάτια του, για να μη βλέπει, και προσπέρασε.

Στο δρόμο συνάντησε πολλούς ανθρώπους, άλλους να βγαίνουν από τα καπηλειά, πιωμένους, και άλλους να κα­τεβαίνουν από τα χαρτοπαίγνια, μεθυσμένους από χειρό­τερο μεθύσι. Είδε μερικούς ν’ ασχημονούν και άκουσε μερικούς να βλαστημούν τον Αη-Βασίλη για φταίχτη. Ο Άγγελος κάλυψε με τις φτερούγες του τα αυτιά, για να μην ακούει, και προσπέρασε.

Ξημέρωνε πια το πρωί της πρωτοχρονιάς και ο Άγγε­λος, για να παρηγορηθεί, μπήκε στην εκκλησία. Πολύ κο­ντά στις πόρτες είδε ανθρώπους να μετρούν νομίσματα, μόνο που δεν είχαν τραπουλόχαρτα στα χέρι. Και στο βά­θος αντίκρυσε έναν άνθρωπο χρυσοστόλιστο, με μίτρα στο κεφάλι, σα Μήδο σατράπη της εποχής του Δαρείου, που έκανε προσποιητές κινήσεις. Δεξιά και αριστερά άλ­λοι έψαλλαν με φωνές που δεν ήταν φυσικές: Το Δεσπότη και Αρχιερέα!
Ο Άγγελος δε βρήκε παρηγοριά. Πήρε τα φτερωτά του δώρα -το άστρο το προορισμένο να λάμπει στις συνειδή­σεις, την αύρα, την ικανή να δροσίζει τις ψυχές, και τη ζωή, την πλασμένη για να πάλλει στις καρδιές, τέντωσε τις φτερούγες του και επέστρεψε στις ουράνιες αψίδες.

Εφημερίδα «Αλήθεια», 1 Ιανουαρίου 1907.
Παπαδιαμάντης Αλέξανδρος 
Διηγήματα για τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά
antikleidi