content='IE=9; IE=8; IE=7; IE=EDGE; chrome=1' content='EmFzIeHFlQgPTxbMCmI95tNM8LI' content='Greece' content='S05o6Dly-TXYLfWLefBlWVa_b99Wt1aM4ca02T2eF9g' content='ZSUyq9bWXj0oJlq-0KujG7GngYziwbRFb64X3hn5rrg' content='520d1c62cdcb55ffb3234698d4b266a1f8b7c5e8' content='BAD79DD59F45A4C95EA40996623BCD1A' content='fb7da0c65145a8e480a6bbae047e5679' content='7 days' content='dd7239129fa6a293' To χαμομηλάκι : 2017/02/21

Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2017

Γιατί πληρώνεται ο δάσκαλος; Γιατί γίνηκε το σκολειό;

Δημοτικό Σχολείο Ηπείρου -1950
Απόσπασμα από το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη 
“Η Δασκαλομάνα”

«Ήρχιζε την καθημερινήν ασχολίαν του σοβαρός και αυστηρός. Επρόσεχε συντόνως, όταν εξήταζε, και είτα ανέπτυσσεν αντί να σημειώνει απλώς το παρακάτω. 
Εζήτει εις το έργον του βάλσαμον κατά της διπλής πληγής, της εκ του στεφανώματος και της εκ της χηρείας. 
Είχε υποβάλει συντόνους αναφοράς εις τον δήμαρχον, όστις, πείσας και το συμβούλιον να ψηφίσει τα έξοδα, απεφάσισε τέλος να διατάξει την επισκευήν της διαρρεούσης στέγης, των φαγωμένων παραθυροφύλλων, της σαπράς δασκαλοκαθέδρας και του πατώματος. 
Ολίγα τινά χωλά θρανία τα εκάρφωσε με τας χείρας του ο διδάσκαλος, άλλα πέντε ή έξ αντικατέστησαν οι ξυλουργοί.
Είχε διατάξει να καθαρίσωσι το υπό την δασκαλοκαθέδραν σωφρονιστήριον, εκεί όπου έβοσκαν εν πάση ανέσει πολυάριθμοι ψαλίδες, βλατούδες και ποντικοί. Είχε κάμει νέαν και πλούσιαν προμήθειαν από δεσμίδας βεργών, και είχεν αρχίσει «να τες βρέχει» πάλιν γερά, καθώς άλλοτε. 
Είχεν απαιτήσει από την Εφορευτικήν Επιτροπήν την αποβολήν, ως «ανεπιδέκτου μαθήσεως», του Γιαννιού του Βρυκολακάκη, του Στρατή του Χατζηδημήτρη, και δύο ή τριών άλλων, αλλ’ εις τούτο εύρε την επιτροπήν αντιπράττουσαν.
«Το σκολειό (κατά την θεωρίαν, την οποίαν ανέπτυσσε μεν έν των μελών της επιτροπής, ησπάζοντο δε οι πλείστοι των γονέων), το σκολειό, ας υποθέσουμε, δεν έγινε για να μαθαίνουν τα παιδιά γράμματα, δηλαδή. Έγινε για να μαζώνουνται οι κλήρες, τα παλιόπαιδα, τα διαβολόπουλα. Πώς μπορεί, το λοιπόν, ένας γονιός να τα έχει μπελά απ’ το πρωί ως το βράδυ; Και που συφτάνεται ένας φτωχός να τα θρέψει; Μπορεί να τα χορταίνει κομμάτια; Μήπως χορταίνουν, οι διαόλοι, ποτέ ; Και είναι ικανή μια χήρα γυναίκα να τρέχει από γιαλό σε γιαλό, από βράχο σε βράχο, για να τα συμμαζώνει;
Γιατί πληρώνεται ο δάσκαλος: Για να έχει το βάρος αυτό, να είναι οι γονιοί ήσυχοι. Όταν είναι συμμαζωμένα εκεί-δά, μες στο σκολειό, γλυτώνει ο γονιός και καμπόσα κομμάτια παραδείγματος χάριν. Ας τρώνε τα θρανία, που είναι ξύλινα, ας τρώνε τους πίνακες και τα χαρτιά τους, τους τοίχους και το πάτωμα, για να είναι οι νοικοκυραίοι ησυχώτεροι για τις αχλαδιές των, τες βερυκοκκιές των, τες συκιές και τ’ αμπέλια των. Η κάθε μια πανδρεμένη, το λοιπόν, πρέπει να έχει μέρος για να ξεφορτώνεται την κλήρα της, που οι πλιότεροι άνδρες λείπουν χρόνο-χρονικής, η καθεμιά χήρα πρέπει να έχει μέρος για να ρίχνει το στρίγλικό της, τ’ αρφανό της. Η καθεμιά αρχόντισσα να έχει μέρος για να βάζει τον πάπο της, τον χήνο της, κι η καθεμιά φτωχή το θάρρος της και την απαντοχή της. Αυτά, δάσκαλε».
Ο διδάσκαλος δεν είχεν όρεξιν να αντείπει εις ταύτα, αλλ’ απλώς αφωσιώθη εις το έργον, ως να εζήτει παρηγορίαν διά το πενθος του. Την τετάρτην ημέραν μετά την κηδείαν της ατυχούς, ότε αύτη αρρωστήσασα αιφνιδίως απέθανε τεσσαράκοντα ημέρας μετά τον γάμον, εισήλθε, πρώτην φοράν από του δυστυχήματος, εις το σχολείον, στυγνός και σιωπηλός. Μετά την συνήθη δέησιν, ο πρωτόσχολος διέταξεν εκ νέου εις προσοχήν! Τα παιδία παρετάχθησαν με τα νώτα προς τον τοίχον, κατά μήκος των τεσσάρων τοίχων του σχολείου.
Ο διδάσκαλος, με τας χείρας οπίσω, κρατών την βέργαν του, ήρχισε την επιθεώρησιν. Τα παιδία, άνιπτα τα πλείστα, όπως ήσαν συνηθισμένα, έπτυον εις τα παλάμας των, ύγραινον κι έτριβον τας χείρας με τον σίελον, διά να φανώσι νιμμένα. Αλλ’ ο χηρευμένος διδάσκαλος έκυπτεν, έβλεπε καλώς, και όπου ανεκάλυπτε την πρόχειρον διά σιέλου νίψιν, επέσκηπτεν οργίλως με την βέργαν του κι έσπαζε τας σιελωμένας χείρας.
Κατά το τέλος της επιθεωρήσεως απηύθυνε σύντομον νουθεσίαν, προλέγων, ότι, όποιον ανακαλύψει εις το εξής άνιπτον θα τον αφήσει νηστικόν τρείς ημέρας και τρείς νύκτας εις το σωφρονιστήριον, να τον φάγουν οι βλατούδες. Εφυλάττετο καλώς, μη εκφέρει ως απειλήν την αποβολήν, όπως θα έπραττε ξένος μη γνωρίζων τα ήθη του τόπου, διότι εγνώριζε κάλλιστα, ότι οι μικροί διαβόλοι εγέλων με την απειλήν ταύτην, ήν ενόμιζον ως ευτυχίαν και ελευθερίαν. Επίσης τους είπεν ότι «όσοι έχουν παπούτσια, να τα φορούν εις το εξής, όταν θα πηγαίνουν εις το σχολείον».

trapezakiadorable
antikleidi

Οι άνθρωποι με τα πλατιά χαμόγελα κρύβουν
χειμάρρους δακρύων στην καρδιά τους.

"Minicuadro" - David Fernandez Saez
Αυτοί που γελούν δυνατά, έχουν περάσει δύσκολα
Τους βλέπεις να γελούν δυνατά, κάνουν θόρυβο από μακριά και πολύ πιθανόν να σε παρασέρνουν στο ρυθμό τους. Το γέλιο τους βαθύ και γάργαρο, σε κάνει να θυμάσαι πως κάπου εκεί έξω υπάρχει ευτυχία και χαρά. Ή απλώς πως κάπου εκεί, υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να δουν την ευτυχία στο καθετί.

Χαίρεσαι μαζί τους, θαυμάζεις τη δυνατότητά τους και δε μπορείς να μην αναρωτηθείς: «Μα δεν έχουν προβλήματα;». Δίνουν την εντύπωση των αλαφροΐσκιωτων, αυτών που δεν έχουν επαφή με την πραγματικότητα.
Παρεξηγημένοι για τη χαλαρότητα και την ξεγνοιασιά τους, μοιάζουν να μην ενδιαφέρονται για το τι θα πει ο κόσμος. Σαν να μη τους αγγίζει τίποτα και κανένας. Μέσα σ’ ένα μαγικό μπαλόνι, χαμογελούν και σκορπίζουν κουράγιο, ελπίδα και μια στάλα χαράς στον καθένα μας.


Αν πας πιο κοντά, φίλε μου, αν τολμήσεις και τους κοιτάξεις στα μάτια, θα τρομάξεις απ’ το βάθος που θα συναντήσεις. Στο βλέμμα αυτό, αν είσαι θαρραλέος, θα συναντήσεις κύματα πελώρια, καταιγίδες, σκοτάδια και πόνο. Ίσως, να θελήσεις να πάρεις τα μάτια σου από πάνω τους, αλλά δε θα τα καταφέρεις. Το χαμόγελό τους δε θα σ’ αφήσει να τους αφήσεις.
Οι άνθρωποι αυτοί δε φύτρωσαν έτσι. Μπορεί εσύ να τους βλέπεις να γελούν δυνατά χωρίς δισταγμό, αλλά τώρα δεν έχουν να χάσουν κάτι. Έχουν περάσει από τη Σκύλα και τη Χάρυβδη, έχουν πονέσει, έχουν ματώσει και τώρα έχουν φτάσει σε σημείο ανοσίας. Αυτό που εσύ γνωρίζεις είναι το αποτέλεσμα μιας μεγάλης μάχης κι ο νικητής είναι μπροστά σου.


Πέρασε ποτέ απ’ το μυαλό σου, πόσο κοστίζει ένα χαμόγελο; 

Για να μάθεις να γελάς αληθινά, έχεις γνωρίσει, τι σου έχει κλέψει το δάκρυ. Ζεις έναν πόλεμο με τον ίδιο σου τον εαυτό κι αυτοί οι άνθρωποι είναι οι καλύτεροι δάσκαλοι. Όσο πιο στιγματισμένος είσαι, τόσο πιο δυνατά θα γελάσεις. Γιατί τότε θα ξέρεις την αξία που έχει να παίρνεις και να δίνεις χαρά.
Δε θα θέλεις να σπαταλήσεις ούτε λεπτό σε μάταιες σκέψεις κι άσχημα συναισθήματα. Δε θ’ αφήσεις την πραγματικότητα να σε θάψει, γιατί ξέρεις πολύ καλά πως χειρότερος εχθρός απ’ τον εαυτό σου, δεν υπάρχει. Κι αν μπορεί ο ίδιος σου ο εαυτός να σε καταστρέψει, γιατί ν’ αφήσεις κάποιον άλλο να το κάνει;


Οι άνθρωποι με τα δυνατά χαμόγελα κρύβουν χειμάρρους δακρύων στην καρδιά τους. 

Κάθε βράδυ, πριν τους πιάσει ο Μορφέας στα χέρια του, χαϊδεύει τις πληγές τους και τους παρατηρεί να γλείφουν τα τραύματά τους. Σκέφτηκες ποτέ πως τα χαμόγελα που μοιράζουν είναι η δύναμη τους για να συνεχίσουν; Πως η ελπίδα που σου δίνουν με ευκολία, ίσως είναι η μόνη τους ελπίδα για να μείνουν στο φως;

Δεν υπάρχουν δυνατοί άνθρωποι με εύκολο παρελθόν. 

Γι’ αυτό την επόμενη φορά που θα γνωρίσεις κάποιον και θα τον θαυμάσεις για την ενέργειά του, τις συμβουλές του, την ηρεμία που αποπνέει, τη σταθερότητα στις κινήσεις του, να ξέρεις πως είναι άλλος, ένας καπετάνιος που γλύτωσε από μεγάλη φουρτούνα. 
Κανένας δεν έγινε σοφός, χωρίς να συρθεί στο πάτωμα, κανένας δε γίνεται χαρούμενος, αν δε γνωρίσει το δυστυχισμένο εαυτό του.
Άνθρωποι-κράχτες της ευτυχίας, οι οποίοι έχουν πληρώσει το τίμημα για να δουν την παράσταση που παίζουν σαν μαριονέτες οι άνθρωποι γύρω τους. Χαμόγελα φορεμένα, με σκοπό να παρασύρουν, να βοηθήσουν, ν’ απλώσουν το χέρι σ’ όσους ζουν τώρα. Όσα αυτοί έζησαν λίγο νωρίτερα.
Να το ξέρεις, λοιπόν, να μη τους παρεξηγείς. 

Δε σνομπάρουν, ούτε αγνοούν την πραγματικότητά σου. Ίσως είναι πιο χωμένοι στην κυνικότητα του κόσμου αυτού, απ’ όλους εμάς μαζί. 
Αλλά αυτή είναι η μαγκιά. Να είσαι λερωμένος με αίμα, δάκρυα κι ιδρώτα από πάνω ως κάτω, κι ακόμη να χαμογελάς. 
Εσύ μπορείς;

enallaktikidrasi