Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017

Τάκης Παπατσώνης, «Περί του Ξύλου»

«Ψυχή μου, ευλόγα σήμερα πρωί, όλη τη μέρα
και την ακολουθούσα νύχτα όλη, το σωτήριο τούτο Ξύλο.
Εκεί είναι η βασιλεία του, στολισμένο με φύλλα θροούντα.
Εκεί έρχεται σε κοινωνία με τις δροσιές της Νύχτας, με τα θάμπη
των Ημερών. Εκεί του περιπλέχουνται οι κισσοί και οι άλλες
περιπλοκάδες, γεννώντας την ιδέα της ομορφιάς και της αγάπης.
Σπάνιο είναι να τ’ αφήσουν να γεράσει, να τη ζήσει
την αιώνια ζωή, και σπάνιο είναι κεραυνός να τόβρει,
μήνυμα επουράνιο, ένωση ουρανού και γης με λάμψη ακαριαία
και θάνατος στο δάσος, όπως πρέπει.
Ψυχή μου, ευλόγα και την ώραν,
οπότε ξεκινάμε με τα πελέκια μιαν αυγή, άκαρδο, δουλευτικό
σμήνος οι υλοτόμοι. Γουρμάζει τότες η γραμμένη
σιωπηλή στιγμή της θυσίας. Με τα πολλά καταπέφτει
το θειότατο ξύλο. Του αποξεραίνουνται οι χυμοί.
Ξερό απομένει· και όμως ξερό, δεν έρχεται ολότελα
να το ξενώσει η ξεραΐλα από τις φυσικές του επιρροές.
Το διαβιβρώσκει η υγρασία ή το φουσκώνει. Του ανοίγει
ο χρόνος τις ρωγμές. Πιάνει σαράκι. Εχτός αν το προορίζουνε
για τις φωτιές, οπότε πάλι τρίζει, τρίζει, και αφού αναλάμψει,
τέφρα γίνεται, καθώς όλα. Είπα όμως σήμερα της ψυχής μου
να γράψει για το Ξύλο εκείνο το προορισμένο από αιώνων,
για το Ξύλο, που η γέννησή του βαστάει από τις πρώτες
της γης μας φύτρες. Ετούτο εκόπη για να γίνει
Ζυγός μέγιστος, θαυματουργός Στατήρας,
που εστήθηκε στη μέσην ακριβώς του χρόνου
για να ζυγιάσει την κούφιαν έγνοια των ανθρώπων.
«Δεν είναι δάσος, που να προσφέρει ξύλο παρόμοιο».
Το Ξύλο αυτό δεν είναι διόλου ύλη απαθής.
Έχει ψυχή και δείχνει τη κάθε τόσο.
Ενώ κατάξερο είναι και κομμένο, όμως ανθεί
και μέσα του μυκάται και αναβράζει χυμός σεβάσμιος.
Δε θα ξετάξω το γιατί έφερε Λύτρωση το Ξύλο ετούτο.
Ούδε ποια Λύτρωση. Ψυχή μου, θέλω μόνο να ευλογήσεις
την ουσία του Ξύλου, οπόθε αχτινοβόλησε του κόσμου η λάμψη.
Και την ευγένεια που του εδόθη ένα πρωί, όταν ποτίστη
μέχρι του βάθους των φλεβών του από αίμα εξαγοραστικό
και ζωογόνο. Ποιο βάρος φορτώθηκε! Ποιον πόνο
φορτώθηκε! Όλου του κόσμου! Του καθηλώθησαν
όλοι οι δρυμοί της αγωνίας. Χαίρε, Σταυρέ, που μ’ όλα,
μονάχη ελπίδα εσύ αποβαίνεις στις ερημώσεις.»
Πηγάζει απ’ τα σκοταδερά έγκατα των δασών.

ΤΟ ΘΑΥΜΑ

“Οι μαθητές του κοιτάζονταν ντροπιασμένοι. Δεν ήξεραν τι να πουν. Ο δάσκαλός τους σίγουρα θα είχε μια απάντηση για όλα αυτά, αλλά δεν ήταν πια ανάμεσά τους να την δώσει.”
Πήγαν λοιπόν τον άντρα στον Έπαρχο για να εξετάσει, αν πράγματι αμφισβητούσε την εξουσία του Καίσαρα κι ισχυριζόταν ότι είναι ο βασιλιάς του τόπου. Προηγουμένως, τον είχαν πάει στον Αρχιερέα, που είχε σκίσει τα άμφιά του από αγανάκτηση, όταν ο άντρας είπε ότι ήταν αυτός που θα καθίσει στα δεξιά του Θεού.
Οι μαθητές κι οι κρυφοί ακόλουθοι του άντρα παρακολουθούσαν, ανακατεμένοι με το πλήθος, με προσμονή που δύσκολα κρυβόταν. «Δεν έχουν ιδέα με ποιόν τα έβαλαν» έλεγαν μεταξύ τους. «Ο δάσκαλός μας έδωσε σε τυφλούς το φως, έκανε το νερό κρασί, βάδισε στο νερό. Τώρα θα καλέσει έναν ανεμοστρόβιλο που θα πάρει τους Ρωμαίους μακριά από την Ιουδαία. Κι ύστερα θα σκίσει στα δυο την Αίθουσα του Συνεδρίου, όπως ο Αρχιερέας έσκισε το ράσο του.»
Όμως τίποτα δεν γινόταν. Οι στρατιώτες τον τραβολογούσαν, και το κορμί του άντρα υπάκουε όπως το στάχυ στον άνεμο. Στο πλήθος άρχισαν οι μουρμούρες.
«Είναι ανήμπορος, δεν τον βλέπετε;»
«Εγώ τον είχα καταλάβει απ’ την αρχή. Μόνο εσάς ξεγέλασε.»
«Κοίτα πώς τον σέρνουν. Σαν αρνί. Ο Βαραββάς, αν και αλυσοδεμένος, τους έριχνε κουτουλιές.»
«Ο Βαραββάς είναι παλικάρι, αυτός εδώ είναι πιο νωθρός από τους παραλυτικούς που γιάτρεψε.»
Ακούστηκαν τα πρώτα χαχανητά, και κάποιοι άρχισαν να τον βρίζουν και να τον φτύνουν για να βγάλουν το άχτι τους που εξαπατήθηκαν.
Οι μαθητές του κοιτάζονταν ντροπιασμένοι. Δεν ήξεραν τι να πουν. Ο δάσκαλός τους σίγουρα θα είχε μια απάντηση για όλα αυτά, αλλά δεν ήταν πια ανάμεσά τους να την δώσει.
Οι στρατιώτες έγδυσαν τον άντρα για να τον μαστιγώσουν. Και οι μαστιγιές άρχισαν. Η σάρκα χαραζόταν και μάτωνε κάτω από τον γαλάζιο ουρανό.
Οι περισσότεροι μαθητές είχαν κρύψει τα πρόσωπά τους και τραβούσαν τα μαλλιά τους από την φρίκη για το μαρτύριο του δασκάλου τους. Το πλήθος τον περιγελούσε.
«Ήρθες να μας σώσεις, και δεν μπορείς να σώσεις τον εαυτό σου, αχρείε.»
«Τώρα χρειάζεσαι το θαύμα, δυστυχισμένε.»
Αλλά σιγά-σιγά σιώπησαν γιατί σιωπούσε κι ο άντρας. Μόνο οι μαστιγιές ακούγονταν.
Τότε κάποιος είπε. «Αυτό είναι το θαύμα.»
Όλοι γύρισαν να τον κοιτάξουν γιατί η φωνή, αν και χαμηλή, ακούστηκε καθαρά.
«Αυτό είναι το θαύμα» επανέλαβε ο εκείνος σαν να μιλούσε στον εαυτό του.
Τα πρόσωπα των μαθητών φωτίστηκαν σαν ένα πνεύμα να τα επανέφερε ομαδικά στη ζωή. Σκέφτονταν μεγαλόφωνα, κι ο ένας συμπλήρωνε τον άλλον.
«Για αυτό περπάτησε στο νερό, για αυτό γιάτρεψε τυφλούς και παραλυτικούς, για αυτό έκανε το νερό κρασί. Για να ξέρουν όλοι πως ΕΧΕΙ τη δύναμη να σκίσει στα δύο την αίθουσα του Συνεδρίου, και να καλέσει τον ανεμοστρόβιλο που θα πάρει τους Ρωμαίους μακριά. Αλλά δεν το κάνει.»
Κι ενώ το μαστίγιο χτυπούσε, άλλοι πίστεψαν, κι άλλοι δεν πίστεψαν πως ο άντρας είχε τη δύναμη, κι αφέθηκε με τη θέλησή του να τον βασανίσουν και να τον σκοτώσουν. Κι αυτοί που πίστεψαν αργότερα ονομάστηκαν Χριστιανοί, από το όνομα του άντρα. Κι αυτό το θαύμα έγινε το ακρογωνιαίο λιθάρι της πίστης τους.

– από τον Χαρίτωνα Χαριτωνίδη
Apodyoptes