Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2010

Τί είδα στο Όρος

Την εβδομάδα των Θεοφανίων, του 2010, πήγα στο Άγιο Όρος. Είχαν Χριστούγεννα εκεί. Δεν είχα ξαναπάει. Ένας φίλος φρόντισε και τακτοποίησε, τα της διαμονής. Μείναμε 3 βραδιές.
Το φυσικό κάλος ήταν απερίγραπτο.
Η πολιτισμική κληρονομιά ήταν μοναδική.
Θησαυρός, κυριολεκτικά και μεταφορικά.

Πήγα εκεί, συγκρατημένος, επιφυλακτικός, έτοιμος να κρίνω τα πάντα με την λογική, να καταλάβω τι γίνεται εκεί.
Το καραβάκι που μας μετέφερε ήταν γεμάτο νέους ανθρώπους, νέοι 24-25 μέχρι 30 το πολύ, οι περισσότεροι. Στο διάστημα που έμεινα εκεί, ήρθαν κι άλλοι, πεζοί από άλλη μονή ή με το καραβάκι, οι περισσότεροι νέοι. Εκεί που μείναμε, γνωρίσαμε κι άλλους, ανθρώπους που έρχονταν από την Θεσσαλονίκη και έμεναν στο μοναστήρι για το διάστημα της αργίας. 
Επαγγελματίες, επιχειρηματίες, που έρχονταν να κάνουν ένα διάλειμμα από την καθημερινότητα και επέστρεφαν για να πάνε στη δουλειά τους. Προτιμούσαν να κοιμηθούν σε ένα δωμάτιο για μια-δυο βραδιές μαζί με άλλους 4 μέχρι 8. Αναρωτήθηκα γιατί το έκαναν αυτό. Στην επιστροφή προθυμοποιήθηκε ένας απ’ αυτούς να μας πάρει με το αυτοκίνητό του από την Ουρανούπολη και να μας γυρίσει στην Θεσσαλονίκη. Τον ρώτησα, κάθε πότε επισκέπτεται το Όρος και μου απάντησε όποτε μπορεί και, άμα δεν μπορεί, όταν το έχει ανάγκη.
 

Την πρώτη μέρα, ήρθαν τρία παλληκάρια, στη μονή, πεζοί, δεν ήταν Έλληνες. Τους πλησίασα. Είχαν έρθει από την Ρωσία, από την Μόσχα, από το Αρμπάτ. Είχα διαβάσει 3-4 τόμους ενός Ανατόλι Ριμπακώφ, «Τα παιδιά από το Αρμπάτ», και ήξερα. Το Αρμπάτ είναι η κεντρική πλατεία της Μόσχας. Από εκεί είχαν έρθει, ξεκίνησαν και ήρθαν. Την νύχτα, στην λειτουργία, είδα τον ένα νέο από τους τρεις, μπροστά-μπροστά. Εκεί μπροστά, όλη την νύχτα, όρθιος, να λάμπει το πρόσωπό του.
Οι μοναχοί, όλων των ηλικιών, στην πλειονότητα 35άρηδες, το 80% από αυτούς όλοι κάτοχοι πανεπιστημιακού τίτλου, απέκτησαν το πτυχίο και μετά επέλεξαν να μονάσουν. 
Όλοι ήταν απασχολημένοι, εκτός της συμμετοχής τους στην λειτουργία, είχαν και τις δουλειές τους ο καθένας. Δεν έπιαναν κουβέντα μαζί μας, αλλά όταν τους απευθύναμε τον λόγο ήταν ευγενικοί και χαμογελαστοί. Δεν ήταν «κάπως», ήταν «φυσιολογικοί», τους άκουσα να μιλάνε 2-3 μεταξύ τους για κάποια σύνδεση με USB
Ρώτησα για τον ηγούμενο τους. Όλοι καμάρωναν για τον Γεώργιο. Είχε προβλήματα υγείας, καρδιά και πρόβλημα στα γόνατα με λάμες. Ήταν ο πατέρας όλων. Έτσι τον αντιμετώπιζαν όλοι. Σπουδαίος άνθρωπος, αγόρασα δυο βιβλία του. 
Ήταν από διαλέξεις που είχε δώσει κατά καιρούς.
Ζορίστηκα να αγοράσω τα βιβλιαράκια, πάμφθηνα, τα έξοδα του τυπογραφείου, δεν ήθελαν να ανοίξουν την βιτρίνα, ήταν Χριστούγεννα. Πληρώνοντας, άφησα 2 ευρώ παραπάνω, και δεν ήθελαν να τα πάρουν. 
Σε δυο μοναστήρια πήγα, δεν υπήρχε εμπόριο, δεν υπήρχε εκμετάλλευση, ούτε πωλήσεις, ούτε τίποτε, ούτε λεφτά για τα κεριά δεν έριχνες. Έπαιρνες το κεράκι σου και το άναβες στον πρόναο. Μέσα, στην ολονυκτία, ένα κεράκι μόνο, άναβε για να διαβάζει ο μοναχός.
Στην πύλη της μονής ήταν ένας μοναχός, ήταν στην υποδοχή, πιάσαμε την κουβέντα. Μειλίχιος, ευγενικός, γαλήνιος, με το χαμόγελο. Τον ρώτησα:
—Τι κάνετε εσείς εδώ; Ποιος είναι ο σκοπός σας;
Χαμογέλασε και απάντησε:
—Ευχόμαστε, ευχόμαστε για όλους.
Είχα ακούσει, ότι κάθονται σε καρέκλες με 3 πόδια, έτσι ώστε, αν τους πάρει ο ύπνος, από την κούραση, να πέφτουν από την καρέκλα, να ξυπνούν και να συνεχίζουν τις ευχές τους. Πήγαινα στις ολονύκτιες λειτουργίες, νύσταζα, με έπαιρνε ο ύπνος, με ξύπναγαν, έφευγα, πήγαινα στο δωμάτιο, την έπεφτα, ξύπναγα και ξαναπήγαινα στην λειτουργία. 
Ήταν ένας καλόγερος, μεγάλος σε ηλικία, πολύ μεγάλος. Καθόταν πίσω από μια κολόνα, του έδωσαν ένα κερί αναμμένο. Τον έβλεπα, δεν άντεχε, το χέρι του κουράζονταν να βαστάει το κερί, το κεφάλι του έκλινε, το σώμα του έσκυβε κι εκεί που έλεγες τώρα θα πέσει, όρθωνε το σώμα του και σήκωνε το χέρι του με το κεράκι, πιο πάνω από το κεφάλι του. 
Είπα σε έναν νεαρό μοναχό, «θα πέσει ο γέροντας». Μου απάντησε: «Μην ανησυχείτε, αυτή είναι η δουλειά του. Εύχεται».
Μετά κατάλαβα, όταν τον έπαιρνε ο ύπνος, το κερί ήταν η δικλείδα ασφαλείας: τον έκαιγε και ... ξύπναγε, για να συνεχίσει τη «δουλειά» του.
Πήγαινα σε ένα μπαλκόνι να καπνίσω, πάνω από το κύμα, βράχια και αφρισμένο κύμα, έβλεπες τη θάλασσα, ήμουν πάνω από τη θάλασσα. Το μπαλκόνι ήταν πολύ μακρύ. Μια φορά συνάντησα, ένα καλόγερο. Πήγαινε πάνω-κάτω, πάνω-κάτω με σπουδή και σκυφτό κεφάλι. 
Μια στιγμή στάθηκε μπρος μου και με ρώτησε: «Ποιο είναι το όνομά σου;». Του απάντησα. «Θα εύχομαι και για σένα» μου είπε. Του είπα να μη μπει στον κόπο. Μου απάντησε: «Δεν είναι κόπος, αυτή είναι η δουλειά μου» και συνέχισε να πηγαίνει, πάνω-κάτω, πάνω-κάτω. 
Οι μοναχοί στο Όρος, μένουν ο καθένας μόνος του σε ένα κελί, λιτό κελί και όταν κλείνονται μέσα, η πόρτα είναι πάντα ξεκλείδωτη και κανείς δεν μπορεί να επισκεφθεί τον άλλον. Είναι απασχολημένοι. Διότι εύχονται. Εύχονται για όλα, για τα πάντα. Τεράστια η δύναμη της Ευχής έμαθα. Τελευταία η επιστήμη αρχίζει να αγγίζει την απόδειξη της δύναμης της Ευχής.
Τα δυο βιβλιαράκια που πήρα από το Όρος, είναι για την θέωση του ανθρώπου, ως ύψιστο προορισμό του, σ’ αυτή τη ζωή. Ο λόγος ήταν δομημένος και θεμελιωμένος. Ούτε μεταφυσική, ούτε υπερφυσική.
Αυτά είδα και έμαθα στο Όρος.