Κυριακή, 2 Μαΐου 2010

Ιατρική Ζωής

Το Σάββατο ήταν Πρωτομαγιά. 
Πέμπτη βράδυ πήγα για ύπνο κατά 12. Μετά από κανένα μισάωρο σηκώθηκα, ήθελα κάτι «να βάλω στο στόμα» μου. Άρχισα να ψάχνω το ψυγείο, τα ντουλάπια, τίποτε. 
Πάνω στον πάγκο της κουζίνας ήταν παρατημένα 2 μικρούτσικα γαλακτομπούρεκα. Θα ήταν εκεί καμιά βδομάδα. Τα πήρα μπροστά μου και τελετουργικά έκοψα ένα κομματάκι, το τύλιξα στο σιρόπι του και το έτεινα στο στόμα μου να κορέσω την λαιμαργία μου.

Έφαγα την μπουκιά και δυσανασχέτησα. Το γαλακτομπούρεκο δεν ήταν καλό. Όμως συνέχισα να τρώω μέχρι που κατέβασα και τα δυο μικρούτσικα μπαγιάτικα γαλακτομπούρεκα.

Το πρωί της Παρασκευής ήρθαν τα πρώτα  
συμπτώματα. Τι να σας λέω τώρα; Χάλια. 
Με συγχωρείτε κιόλας. Εν πάσει περιπτώσει το μεσημέρι της Παρασκευής έφαγα κάτι φακές με μπόλικο ξυδάκι, με τουρσί φρεσκότατο και παστό ψαράκι στο λαδάκι. 
Την έπεσα για ύπνο και το βράδυ της Παρασκευής, τηλεφώνησε η παρέα για την καθιερωμένη έξοδο στην Ταβέρνα.
Πήραμε παϊδάκια, αλλά με τα βίας έφαγα ένα. Μια ζαλάδα την ένιωθα και μαζί με την μπύρα γινόμουν χειρότερα. Πήρα κόκα-κόλα επειδή δεν άντεχα την μπύρα. Κατά τις 12 την νύχτα, κακήν κακώς γύρισα στο σπίτι.

Πέρασα από την τουαλέτα. Άσε …
Το πρωί, ίσως να ήταν ο ύπνος, αλλά ένιωθα καλύτερα.

Σηκωθήκαμε και πήγαμε στο εξοχικό, Πρωτομαγιά ήταν όπως σας είπα.
Κάναμε μερικές δουλίτσες και μετά έκανα καφέ να πιω. Απλώθηκα κανονικά, κι άρχισα να κάνω τις τσιγαριές μου. Μετά από λίγο ήρθαν φίλοι, τους κεράσαμε καφέ και αφού τον ήπιαν, έβγαλα ρακή κι αρχίσαμε να την κατεβάζουμε με αφραμύγδαλα. Το μεσημέρι, τακτοποιήσουμε λίγο τα πράγματα και τραβήξαμε για την παραλία να φάμε, Εκεί γίναμε 10 άτομα παρέα.

Θες η Πρωτομαγιά, θες η υποδοχή στο ΔΝΤ, αλλά όλη παραλία ήταν τίγκα στον κόσμο. 

Α! ρε Ελλαδίτσα με τις κληματαριές και τα κομπιουτεράκια σου. Να μου το θυμηθείτε, όταν φύγουν οι εισβολείς, θα έχουν ελληνική κουλτούρα. Τέλος πάντων.

Και τι δεν φάγαμε λοιπόν, και τις σαλάτες μας και τα μπαρμπουνάκια μας και τα κρασιά μας και τις μπύρες μας. Το στομάχι καλά κρατούσε, ούτε που του έδινα σημασία.
Μετά φύγαμε από την Ταβέρνα και πήγαμε για λουκουμάδες. 
Κάτι λουκουμάδες όνειρο! Τους έφτιαξε εκείνη την στιγμή. Μεγάλοι κρίκοι κριτσανωτοί, μέσα σε ατόφιο μέλι, πασπαλισμένο με καρύδι και δίπλα μια μπάλα παγωτό καϊμάκι. Τι να λέμε; Πανδαισία.
Η παρέα ολοκλήρωσε, αλλά περίμεναν λιγάκι ακόμη να κάνει ο υπογράφων και τον εσπρέσο του με την τσιγαριά του. Τι να σας λέω, Άρχοντας !!
 
Χαιρετηθήκαμε, χωρίσαμε, είπαμε και του χρόνου και πήραμε τον δρόμο της επιστροφής για το εξοχικό. Εδώ αρχίζει το μαρτύριο. Η κοιλιά τούμπανο, πόνος αβάσταχτος και τα … υδραυλικά στα όρια της υπερχείλισης.
Ξεκλειδώσαμε στο τσακ, τι να πω, απερίγραπτη κατάσταση. Χάλια !!

Και να πεις δεν είχα προειδοποίηση; Είχα και μάλιστα πλειστάκις. Αλλά μυαλό κουκούτσι. Τέλος πάντων, κάποια στιγμή μάζεψα τα κουρέλια μου και προσπάθησα να ζεσταθώ. 
Η ώρα ήταν περασμένες πέντε το απόγευμα και τότε είχα μια απροσδόκητη επίσκεψη. 
Ήρθε ένας αγαπημένος γιατρός στο εξοχικό. Όταν λέω αγαπημένος, δεν εννοώ ότι τον αγαπάω. Αυτός με αγαπάει, Αγαπάει όλο τον κόσμο. Ήρθε σαν από μηχανής θεός. 
Μου είπε να φάω λαπά με λεμόνι, τσαγάκι και άμα χρειαστεί να πάρω Imodium. Επενέβη διακριτικά και αποχώρησε διακριτικότερα.
Έπεσα για ύπνο, κοιμήθηκα αρκετά και κατά τις 9 το βράδυ μου τηλεφώνησαν για να πάμε σε ταβέρνα. 
Ήταν αδύνατο να συμμετέχω και σ’ αυτό το event γαστριμαργικής κραιπάλης. Έφαγα ένα λαπά και καλμάρισα κάπως. Κατά τις 12 πήγα για ύπνο, κρύωνα. Μετά τα μεσάνυχτα σηκώθηκα, ξανά τουαλέτα, ο πόνος της κοιλιάς αβάσταχτος και η δυσωδία να ξυπνάει κόσμο εκτός εμβέλειας.

Κοιμήθηκα καλά, έριξα και κάνα δυο κουβέρτες και ζεστάθηκα. Το πρωί λοιπόν ήμουν περδίκι. Σήμερα το πρωί λοιπόν έκανα ένα τσαγάκι, το ένιωσα βάλσαμο να κυλάει μέσα μου και ξεθάρρεψα. Εντάξει είμαι λέω και έφτιαξα ένα καφέ πλούσιο-πλούσιο. Χτυπητό με γαλατάκι και το καϊμάκι ένα δάχτυλο.

Άντε πάλι τον καφέ, τα τσιγάρα κι άρχισαν οι επισκέψεις πάλι στην τουαλέτα.
Εκεί, στην μοναξιά της τουαλέτας, με συντροφιά τον πόνο άρχισα να σκέφτομαι. Πόσες άραγε προειδοποιήσεις χρειάζονται για να συνετιστεί ο άνθρωπος; Πόσες ευκαιρίες πρέπει να έχει; Γιατί τόση ανευθυνότητα; Γιατί τόση ανοησία; Γιατί ενώ γνωρίζουμε τις συνέπειες, δεν ελέγχουμε τις αδυναμίες μας;

Και μετά σκέφτηκα, Αυτός ο Γιατρός, που παρενέβη, σαν να ήξερε, σαν να ήταν πάντα δίπλα μου, αυτά που μου είπε για ποιον τα είπε; Για πάρτη του; Για να μου δείξει πόσο καλός είναι; 
Καμία σχέση. Αυτός έδωσε όλη του την περιουσία για τους ασθενείς του. 
Και ούτε με επέπληξε, ούτε μια τόση δα παρατήρηση, μόνο μου είπε τα δέοντα, απλές συνταγές που όλοι τις γνωρίζουμε και απομακρύνθηκε.
Αλλά εγώ, ως "μωρά παρθένος",  έχανα και ξανα-έχανα τις ευκαιρίες μου για ανάνηψη. Η ροπή στην λαιμαργία με ταλαιπώρησε. Και μη μου πει κανείς ότι ήμουν άτυχος. Ανόητος ήμουν.

Κι έκανα μια σκέψη παραπάνω, μήπως οι συνταγές για την ανάνηψη της ζωής μας, δεν είναι γνωστές; Μήπως δεν μας έχουν δοθεί εδώ και δυο χιλιάδες χρόνια;
Ο Αγαπημένος Γιατρός της ζωής μας, ΔΕΝ μας έδωσε τις συνταγές για να μας δείξει πόσο καλός γιατρός είναι, αλλά για να μην υποφέρουμε Εμείς.

το χαμομηλάκι