content='IE=9; IE=8; IE=7; IE=EDGE; chrome=1' content='EmFzIeHFlQgPTxbMCmI95tNM8LI' content='Greece' content='S05o6Dly-TXYLfWLefBlWVa_b99Wt1aM4ca02T2eF9g' content='ZSUyq9bWXj0oJlq-0KujG7GngYziwbRFb64X3hn5rrg' content='520d1c62cdcb55ffb3234698d4b266a1f8b7c5e8' content='BAD79DD59F45A4C95EA40996623BCD1A' content='fb7da0c65145a8e480a6bbae047e5679' content='7 days' content='dd7239129fa6a293' Φιλήμων και Βαυκίς: Βελανιδιά και Φλαμουριά <br>Baucis and Philemon | To χαμομηλάκι

Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2016

Φιλήμων και Βαυκίς: Βελανιδιά και Φλαμουριά
Baucis and Philemon



Στα πολύ πολύυυυυ παλιά χρόνια, που η γλυκιά ομίχλη των μύθων τα σκεπάζει, σε ένα καταπράσινο δάσος ζούσε ένα πολύ αγαπημένο ζευγάρι, ο Φιλήμονας και η Βαυκίδα. 
Η αγάπη τους ήταν μεγάλη και ούτε στιγμή δεν έκανε ο ένας χωρίς τον άλλον.
Όταν η Βαυκίδα ασχολούνταν με τις δουλειές του νοικοκυριού της, πάντοτε ο καλός της τη βοηθούσε και της έλεγε τραγούδια αγάπης, και όταν ο Φιλήμονας πήγαινε στο δάσος βαθιά για να κόψει ξύλα ή να κυνηγήσει, η Βαυκίδα του χοροπηδηχτά τον ακολουθούσε και του σιγοτραγουδούσε.
Κάποια μέρα ο Δίας, που λέτε, αποφάσισε να κατέβει από το ολύμπιο παλάτι του και να επισκεφτεί τους ανθρώπους. Ήθελε να δει αν ακολουθούν τον ίσιο δρόμο στη ζωή τους, αλλά πάνω απ' όλα αν έχουνε καλοσύνη στην καρδιά τους.
Πήρε μαζί του λοιπόν τον Ερμή, και σαν δυο φτωχοί ζητιάνοι χτύπαγαν τις πόρτες των ανθρώπων.

Όλοι οι νυκοκυραίοι όμως, μα όλοι, έκλειναν κατάμουτρα τα πορτόφυλλα, βλέποντας δυο πεινασμένους κουρελήδες.
Μεγάλη στεναχώρια έπιασε το Δία.
Πάνε οι άνθρωποι, μονολογούσε, κάκεψαν και η καρδιά τους πέτρα έχει γίνει.

Γεμάτοι απογοήτεψη, περπατώντας αργά-αργά, έφτασαν και στο μικρό σπιτάκι του Φιλήμονα και της Βαυκίδας.
— Ας χτυπήσουμε και εδώ, είπε ο Ερμής, ίσως μας δεχτούν και μας φιλοξενήσουν.
Μπορεί να ήταν θεοί, αλλά, μη νομίζετε, σαν ζητιάνοι και πείνα και κούραση και νύστα ένιωθαν.
Τακ-τακ, χτυπάνε την ξύλινη πορτούλα, και δυο χαρούμενα πρόσωπα διάπλατα την άνοιξαν.

— Περάστε ξένοι, περάστε, είπε το αγαπημένο ζευγάρι με ένα στόμα.

Τάισαν, τους δυο θεούς, τους πότισαν, τους έβαλαν κοντά στο τζάκι να ζεσταθούν και ούτε που ρώτησαν από που έρχονται, ποιοι είναι και πού πηγαίνουν.

Σαν ξημέρωσε και του ήλιου το φως έδιωξε τις σκιές από το δάσος, πετάχτηκε πρώτη η Βαυκίδα και να ετοιμάσει ζεστό χυλό με μέλι και καρύδια, να φάνε οι ξένοι και να στυλωθούν.
Στη μέση της σάλας τους βρήκε όρθιους, πανώριους, με ρούχα θεϊκά να την κοιτούν.
— Αγάπη μου, έλα, έλα γρήγορα να δεις, φώναξε.
Ήρθε κοντά της και ο Φιλήμονας και οι δυο μαζί έμειναν με το στόμα ανοιχτό μπροστά στη μεγαλοπρέπεια και την ομορφιά των θεών.

— Είσαστε το πιο αγαπημένο ζευγάρι, οι πιο καλοί άνθρωποι πάνω στη γη, τους είπε ο Δίας. Θέλω να σας εκπληρώσω την πιο μεγάλη σας επιθυμία. Δεν έχετε παρά να μου πείτε τι θέλετε και θα σας το χαρίσω.

Το αγαπημένο ζευγάρι τότε, μη νομίζετε, δε ζήτησε ούτε πλούτια ούτε δόξα, ούτε παλάτια.
Και οι δυο, με μια φωνή ζήτησαν να πεθάνουν μαζί, όταν θα 'ρθει αυτή η ώρα για να μην πονέσει κανένας από τους δυο από το χαμό του άλλου.

Και σαν έφτασε η ώρα τους, σε βαθιά γεράματα, έβγαλαν ρίζες και κορμό και φύλλα και έγινε Δρυς ο Φιλήμονας και Φιλύρα η Βαυκίδα.
Και από τότε, όπου δείτε βελανιδιά και φλαμουριά πλησιάσετε κοντά και κάνετε σιωπή, θα ακούσετε, οπωσδήποτε, ανάμεσα από τα φύλλα τους τα τραγούδια της αγάπης του Φιλήμονα και της Βαυκίδας του.

Αλήθεια σας λέω.
το χαμομηλάκι


Πρώτη ανάρτηση: